Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Ανθούλα Δανιήλ "Στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη"


Στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη

Η Αλεξάνδρεια είναι η πόλη του Καβάφη. Πριν όμως ήταν του Mεγάλου Αλεξάνδρου και των Πτολεμαίων, της Κλεοπάτρας και του Αντώνιου. Μπορεί ο Αλέξανδρος να έχτισε πολλές Αλεξάνδρειες, για μας όμως είναι μία, αυτή που έχτισε το 331 π. Χ. και η οποία μέχρι το 641 μ. Χ., που την κατέκτησαν οι Άραβες, ήταν βασίλισσα της Μεσογείου, η «πρώτη», η «κορυφή των πόλεων», η «ενδοξοτάτη», η μία και μοναδική. Και είναι πόλη μαγική, όπως προκύπτει και από τις περιγραφές ταξιδιωτών, επισκεπτών, στοχαστών, ποιητών και πεζογράφων. Του Λώρενς Ντάρελ και των κουαρτέτων του π.χ, , του Τσίρκα και της τριλογίας του και οπωσδήποτε του Καβάφη, ο οποίος, όπου πάει τον ακολουθεί• και ας κοινοτοπήσουμε λέγοντας πως η ποίησή του παραμένει ζωντανή και άφθαρτη και επιδρά πάνω σε όλους τους νεότερους περισσότερο από κάθε άλλου. 

Η Αλεξάνδρεια αν και είναι μία, έχει πολλά πρόσωπα: μια μικρή τελεία στο γεωγραφικό χάρτη, πολύπαθη στα ιστορικά βιβλία, γοητευτική στους τουριστικούς οδηγούς και φανταχτερά ναρκισσευόμενη στις καρτ-ποστάλ, με το ευρωπαϊκό της πρόσωπο στραμμένο στα νερά της Μεσογείου, αλλά και με το κρυμμένο μυστήριο πίσω από τις κελεμπίες και τους φερεντζέδες, πίσω από τα καφασωτά, μέσα στα λαβυρινθοειδή δρομάκια, στα ακάθαρτα στενά σοκάκια 

Απ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,

το ακάθαρτο και το στενό [1] 

στα μαγαζιά, όπου ο Καβάφης αγόραζε τα μεταξωτά του μαντίλια και αναζητούσε τα ποιητικά πρόσωπα της καθημερινής του ζωής. 

Υπάρχουν όμως και τα άλλα πρόσωπα εκείνα που αναδύονται από τις σελίδες της Ιστορίας και τα επιγράμματα. Σε όλα σχεδόν τα ποιήματα του Καβάφη η δράση τοποθετείται στην Αλεξάνδρεια. Κι όπου δεν συμβαίνει αυτό, πάλι η Αλεξάνδρεια εννοείται. Στο ποίημα «Στα 200 π.Χ.» επαινείται η Αλεξάνδρεια μέσα από το στίχο: «Εμείς οι Αλεξανδρείς…». Στο ποίημα «Το πρώτο σκαλί» ο ποιητής Θεόκριτος, γεννήθηκε στις Συρακούσες το 305 π.Χ., αλλά έζησε πολλά χρόνια στην Αλεξάνδρεια, όπου φαίνεται πως άσκησε και την τέχνη του. Στο ποίημα «Υπέρ της Αχαϊκής συμπολιτείας πολεμήσαντες», το μνημονευόμενο επίγραμμα γράφεται στην Αλεξάνδρεια και αναφέρεται στην εποχή του Πτολεμαίου Λαθύρου. Στο ποίημα «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.», μια μάνα θρηνεί την εκτέλεση του παιδιού της, ένα ιστορικό γεγονός με φόντο την Αλεξάνδρεια.

Στη δημοφιλή και πασίγνωστη «Ιθάκη» η Αλεξάνδρεια μνημονεύεται έμμεσα στους στίχους «θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους» και «σε πόλεις αιγυπτιακές πολλές να πας». Αν για τον ομηρικό Οδυσσέα η Ιθάκη είναι το νόστιμον ήμαρ, η γλυκιά μέρα της επιστροφής στην πατρίδα και το τέρμα του ταξιδιού, για τον καβαφικό Οδυσσέα αυτό το τέρμα είναι φτωχικό, ενώ η αιγυπτιακή πόλη - η Αλεξάνδρεια, προφανώς- είναι το κέντρο του κόσμου, η μέση του ταξιδιού και η ακμή του. 

Το ποίημα όμως, που αποτελεί τον κατεξοχήν έπαινο της Αλεξάνδρειας, είναι το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον». Όσο μεγάλος και σπουδαίος κι αν είναι ο ήρωας και κατακτητής της, οφείλει, όταν εκείνη τον εγκαταλείψει, να φαίνεται «σαν έτοιμος από καιρό», «σα θαρραλέος», με αντίδοτο στην μεγάλη απώλεια την παρηγορητική της ανάμνηση. 

Το ποίημα «Η Σατραπεία» δεν αναφέρεται ρητά η Αλεξάνδρεια. Η ιδανική πόλη όμως, που ο ήρωας υποχρεώνεται από τον ενδοτικό του χαρακτήρα να εγκαταλείψει, δεν μπορεί να είναι άλλη από την Αλεξάνδρεια [2]. Αν και ο ήρωας του ποιήματος επιλέγει το εκ διαμέτρου αντίθετο από εκείνο που επιθυμεί, επιλέγει δηλαδή να πάει στα Σούσα, την περσική πρωτεύουσα, κοιτάζει με θλίψη προς τα πίσω και πλέκει το εγκώμιο του κόσμου, που αφήνει, με καθαρά ελληνικά υλικά - τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε, την Αγορά, το θέατρο και τους Στεφάνους- αφήνει πίσω του την ιδανική πόλη. 

Στο ποίημα «Αλεξανδρινοί βασιλείς», προβάλλεται η πόλη, το όμορφο τοπίο, ο καλός καιρός, το «Αλεξανδρινό Γυμνάσιο» που είναι «θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης», η «έκτακτη» πολυτέλεια των αυλικών, αλλά και τα πρόσωπα - τα όμορφα παιδιά της Κλεοπάτρας - ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο Καισαρίων, γιος της ωραίας μητέρας του, που είναι «αίμα των Λαγιδών» - αίμα ελληνικό δηλαδή. Μπορεί οι ιστορικές και πολιτικές περιπέτειες να εξευτελίζουν και να προσβάλλουν τους ανθρώπους, μπορεί οι ηγεμόνες να υποτιμούν το λαό τους, οι Αλεξανδρείς όμως, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, παραμένουν σπουδαίοι. Δε χάνουν το χιούμορ τους, μπαίνουν στο παιχνίδι των ισχυρών, κι ενώ ξέρουν πως όλα αυτά που διαδραματίζονται γύρω τους είναι «κούφια λόγια» και «θεατρικά», αυτοί χειροκροτούν και ζητωκραυγάζουν, πρώτα στα ελληνικά, έπειτα στα αιγυπτιακά και κάποιοι στα εβραϊκά - «και ποιοι εβραίικα». 

Η Αλεξάνδρεια παράλληλα με την ελληνική γλώσσα πρωταγωνιστεί και στο ποίημα «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης». Για δέκα μέρες που πέρασε στην Αλεξάνδρεια ο «ηγεμών» συμπεριφέρεται σαν Έλληνας, ντύνεται σαν Έλληνας, μαθαίνει «επάνω κάτω» να φέρεται σαν Έλληνας, προβάλλοντας μιαν επίπλαστη ελληνοπρέπεια, την οποία όμως πληρώνει με το ακριβό τίμημα της σιωπής. Γιατί, από φόβο μήπως προδοθεί, μιλώντας με «βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά», κρατιέται και πλήττει «έχοντας κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του». Η ελληνική γλώσσα είναι το θέμα και στο ποίημα «Ποσειδωνιάται». Ο Καβάφης δίνει μεγάλη σημασία στον ελληνικό λόγο, «που ειν’ ο φορεύς της φήμης» [3] και ενοχλείται, όταν κακοποιείται η ωραία ελληνική λαλιά. Ευλόγως κρίνει τους ανθρώπους από τον τρόπο που μιλούν. Άλλοτε δυσανασχετεί: «τρισβάρβαρα τα ελληνικά των οι άθλιοι» [4], ή «η δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα» [5] κι άλλοτε συμβουλεύει:

Ραφαήλ, ολίγους στίχους σε ζητούν 

για επιτύμβιον του ποιητού Αμμόνη να συνθέσεις(…)

Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι (…) 

Ραφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν

που νάχουν, ξέρεις, από τη ζωή μας μέσα των,

που κι ο ρυθμός κ’ η κάθε φράσις να δηλούν

που γι’ Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός [6].

Ναι, γιατί ο Αλεξανδρινός, πομπός και δέκτης, έχει την «τέλεια αίσθηση του ελληνικού ρυθμού» [7], είναι ευαίσθητος στους «ειδήμονες της ελληνικής λαλιάς» [8]. Επιπλέον σαν γνήσιος Αλεξανδρεύς ξέρει να ζει τη διπλή καταγωγή του. Είναι σαφείς οι στίχοι:



Διαβάτη,

αν είσαι Αλεξανδρεύς, δεν θα επικρίνεις. Ξέρεις την ορμή

του βίου μας. τι θέρμην έχει. τι ηδονή υπέρτατη [9]. 



Ο Καβάφης αγαπά και την πόλη και τους κατοίκους της. Το σπίτι του, στην οδό Λέψιους 10, στην Αλεξάνδρεια, είναι μια πρόκληση σήμερα για τον επισκέπτη που μπορεί να το τριγυρίσει και να αισθανθεί, ίσως, πως ο ποιητής τον παραμονεύει πίσω από τις κουρτίνες, στη μισοσκότεινη κάμαρα, σ’ αυτή την ίδια που συνάντησε τον ωραίο και ιδεώδη Καισαρίωνα, αυτόν που το 34 π.Χ., είχαν ανακηρύξει «βασιλέα των βασιλέων» και είχε προκαλέσει το θαυμασμό του για τα ενδύματα και την ομορφιά του [10] και τέσσερα χρόνια μετά, το 30 π.Χ., έγινε τραγικό θύμα των Ρωμαίων, μ’ αυτόν, «εν φαντασία και λόγω», [11] πραγματώνει την ιδανική συνάντηση στην κάμαρά του. Στην ίδια αυτή κάμαρα που συνάντησε και τον E. M. Forster, ο οποίος τον παρουσίασε στο αγγλόφωνο κοινό, τον ιταλό φουτουριστή Μαρινέτι, τον Αndre Mourois, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Κώστα Ουράνη, την Μυρτιώτισσα. 

Εκεί που έζησε μέχρι το θάνατό του και, από σύμπτωση της μοίρας, πέθανε την ημέρα των γενεθλίων του, 29 Απριλίου του 1933, πριν από 80 χρόνια. 
Ανθούλα Δανιήλ

Πηγή : www.poeticanet.gr

Διονύσης Γιατράς "Πολιτισμός"

Πολιτισμός, πόλις, πολίτης, πολιτισμένος, πολιτισμένος πολίτης στην πολιτισμένη πόλη ...
   Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι στο πλαίσιο του πολιτισμού παράγονται οι απαιτούμενες συνθήκες για το πέρασμα στο αρνητικό του. Πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι ο ίδιος ο πολιτισμός πλαισιώνει και θέτει τα όρια για οποιαδήποτε αντίδραση εναντίον του. Ο εφησυχασμός στο άκουσμα εξεγέρσεων, επεισοδίων, συγκρούσεων, διαπληκτισμών και γενικότερων εντάσεων παρουσιάζεται για να επιβεβαιωθεί το γεγονός της ένταξης στην ασφαλή σφαίρα του πολιτισμού, της κοινωνικής ευταξίας και της διαπροσωπικής αρμονίας. Πόσες φορές όμως η επιθετικότητα, η καταστροφικότητα, η ορμή και τα πάθη φαίνονται να διαμορφώνουν καταστάσεις, κάνοντας προφανές το αρνητικό του πολιτισμού; Πόσες φορές ένα γεγονός μεμονωμένο ή συνεχόμενο μαρτυρεί ότι κάθε αίσθηση ασφαλείας εντός του πολιτισμικού συμβολικού μωσαϊκού, αποδυναμώνεται;
     Σε μία οντότητα που στόχο έχει τη διατήρηση και τη βελτίωση της ζωής σε σημείο να μη νοείται ούτε θεωρητικά ούτε πρακτικά η οντότητα της ζωής εκτός της αντίστοιχης οντότητας του πολιτισμού , τι σημαίνουν ενέργειες αυτοκαταστροφής και καταστροφής σε κατά τα άλλα πολιτισμένα κοινωνικά πλαίσια; Τι σημαίνει η υπονόμευση της ζωής σε πλαίσια φτιαγμένα για τη διατήρησή της; Αλλά το πιο ενδιαφέρον κι επίσης τρομακτικό είναι η εν πολλοίς ευχάριστη αίσθηση που αφήνει η καταστροφή ή η αυτοκαταστροφή. Η ίδια η υπονόμευση της ιδέας της ζωής από το ζωντανό ον. Ένα συναισθηματικό ξέσπασμα προσφέρει ανακούφιση πολλές φορές με καταστροφικές συνέπειες για μία σχέση ή για την μέχρι εκείνη τη στιγμή κοινωνική εικόνα του υποκειμένου. Στη σημερινή θεωρία, που παράγεται εντός του πολιτισμού έχουμε δύο ορμές: την ορμή της ζωής (drive of life), στην οποία περιλαμβάνεται η σεξουαλικότητα, ο έρωτας και κάθε ζωτική δραστηριότητα δημιουργώντας τη σύνθετη φύση του ανθρώπινου όντος και την ορμή του θανάτου (drive of death), η οποία στόχο έχει να επαναφέρει όλα τα ζωντανά όντα στην προγενέστερη κατάσταση της ανυπαρξίας. Τα δύο είδη των ορμών, εμπνεύσεις του Freud, παρά την όποια εγκυρότητα ή μη εγκυρότητα αντανακλούν το πολιτισμικό πλαίσιο της νεωτερικότητας και του ουμανιστικού συμβολικού πλαισίου. Στηριγμένες σε μία βιολογίζουσα αντίληψη περί της αντικειμενικής και κυρίως φυσικής υπόστασης της ζωής και του θανάτου αλλά με στοχευμένο περιεχόμενο, καθώς επιτελούν ένα σκοπό που είναι η απεμπλοκή από τους φόβους ως προς τη διαχείριση του φαινομένου της ζωής και του θανάτου, οι έννοιες αυτές μας δίνουν κάποια ιδεατά θεμέλια για τη φύση της ύπαρξής μας μέσα στον πολιτισμό. Όπως η επιθυμία της ζωής βρίσκει το αρνητικό της στην επιθυμία του θανάτου έτσι και η ανθρώπινη δημιουργία στον πολιτισμικό καμβά βρίσκει το αρνητικό της στην ανθρώπινη καταστροφή.
    Μία παρόμοια ιδέα συναντάται στον Ευριπίδη και στην τραγωδία Βάκχαι. Εδώ ο βασιλιάς της Θήβας Πενθέας προσπαθεί να απαγορεύσει τη λατρεία του Διονύσου, ο οποίος λατρεύεται στο φυσικό περιβάλλον προκειμένου να διατηρήσει την ασφάλεια και την τάξη εντός της πόλεως. Πέραν του κανονιστικού χαρακτήρα της ενέργειας αυτής ο Πενθέας χαρακτηρίζεται από το φόβο της λατρείας του Διονύσου. Οι γυναίκες που συμμετέχουν στη λατρεία του γιου της Σεμέλης διακρίνονται από τα φλογισμένα μαλλιά τους και από την αίσθηση μανιακής έξαρσης που τις διακατέχει, το μαιναδισμό. Ο φόβος αυτός δείχνει ένα παράδοξο φαινόμενο. Η ασφάλεια του πολιτισμού στηρίζεται στα ανασφαλή θεμέλια της ανθρώπινης φύσης. Η ανεξέλεγκτη ρευστότητα της φυσικής, μανιακής, άλογης κατάστασης, που περιβάλλει ως φυσικό τοπίο λατρείας την πόλη, λειτουργεί ως αθέατη όψη της ανθρώπινης οντότητας. H προσπάθεια του Πενθέα να απαγορεύσει τη λατρεία του Διονύσου έχει ως αποτέλεσμα το θάνατό του από τη μητέρα του, η οποία βρίσκεται σε κατάσταση παροξυσμού και ασυνειδησίας ως απόρροια της διονυσιακής επιρροής. Η δύναμη του Διονύσου εκθειάζεται από τον τραγικό ποιητή με τρόπο πασιφανή. Η διαλεκτική μεταξύ των δύο διαστάσεων (πολιτισμού και μη πολιτισμού) δεν υφίσταται όμως. Η τελική φράση της τραγωδίας είναι:
Άγνωστο τέλος δίνουν στα πράγματα οι θεοί
Εκείνα που έγιναν δεν ήταν για να γίνουν
Κι εκείνα που ήταν για να γίνουν δεν έγιναν ποτέ
    Η σύνδεση δεν υπάρχει. Ο πολιτισμός είναι εξ ορισμού οριοθετημένος όπως η πόλη των Θηβών. Οι μαινάδες πάντα θα βρίσκονται στην αντίπερα όχθη παίζοντας το ρόλο της παλίρροιας που τρώει σιγά-σιγά τα βράχια της κοινωνικής μας ασφάλειας. Οι δύο ζωτικές ορμές της ανθρώπινης φύσης στη σκέψη του Freud γίνονται - ήταν μία στη σκέψη του Ευριπίδη. Τάξη και χάος σε μία άνιση ισορροπία.
Διονύσης  Γιατράς   2013
Πηγή : neonbible.pblogs.com