Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Κώστας Τσιαχρής "Νεκρολογία"

Πηγή : filologikesmaties.blogspot.com

Μια απάντηση στην κυρία  Ρεπούση
    Ακολουθώντας  την περίφημη  ρήση του Βολταίρου ,  έμαθα  να  σέβομαι  πάντοτε  τις απόψεις των άλλων όσο  αιρετικές   κι αν είναι  , όσο κι αν  αγγίζουν δικά μου αποκρυσταλλωμένα πρότυπα σκέψης  ή  κώδικες  κρίσης των πραγμάτων . Υπό έναν όρο βέβαια : κάτω από αυτές  τις απόψεις να υπάρχει  βάθος , να εξακολουθούν να έχουν κάποια υπόσταση μόλις κατακαθίσει   η σκόνη  που προκαλείται από τον αιρετικό χαρακτήρα της  εκφοράς  τους  .  Αν αυτό το βάθος  είναι παρόν , όλα  τα  μέχρι   τότε  δεδομένα είναι συζητήσιμα  και αναιρέσιμα . Σε διαφορετική περίπτωση , κάθε γνώμη που προορίζεται να προκαλέσει , ιδίως όταν εκφέρεται από  ένα δημόσιο πρόσωπο ,μένει  μόνο για μερικές  μέρες  στον αστραφτερό κόσμο της επικαιρότητας , για να χαθεί ύστερα  λαβωμένη από τα ισχυρά αντεπιχειρήματα που θα  εξακοντίσουν εναντίον της  οι επικριτές της .
   Την αφορμή για τις παραπάνω και τις παρακάτω σκέψεις μου την έδωσε η  άποψη της κυρίας  Ρεπούση σχετικά με τον περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων  ελληνικών στη δευτεροβάθμια  εκπαίδευση , με βασικό επιχείρημα ότι  πρόκειται για μία νεκρή γλώσσα  την οποία ουδέποτε πρόκειται να χρησιμοποιήσουν οι μαθητές στην καθημερινότητά  τους .Κάποιοι βέβαια έσπευσαν να διαστρεβλώσουν το σκεπτικό της , μιλώντας για κατάργηση του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου  , αναγκάζοντάς την να προβεί σε διευκρινιστικές  δηλώσεις για το νόημα της παρέμβασής της . Ως άποψη   ωστόσο ,μέσα σ’ ένα περιβάλλον  ήδη οξυμμένο από  την αφύπνιση  των εθνικιστικών αντανακλαστικών  σημαντικής  μερίδας  των Ελλήνων πολιτών ,ήχησε  όντως προκλητική  και  ύποπτη . Εναντίον της   υψώθηκαν αφορισμοί και ύβρεις , εκφράστηκαν όμως και  σοβαρά  τεκμηριωμένες  ενστάσεις που εν τέλει ,θαρρώ , την απογύμνωσαν  και  έφεραν στο φως τις αδυναμίες  της .
   Νεκρό φαντάζομαι  κατά την κυρία  Ρεπούση είναι κάτι που  το αγγίζεις και  δεν κινείται , δεν αναπνέει , δε βγάζει ήχους . Έχει λιώσει το σώμα του κι απομένει  κούφια οστά που μόλις τα  χτυπάς , μαρτυρούν το κενό  ,όπως  εκείνη η εντάφια χρυσή προσωπίδα στο  Σεφερικό  «Βασιλιά της Ασίνης» . Συνεπώς , ερμηνεύοντας  το  σκεπτικό της , οι αρχαίες  λέξεις είναι πια άφωνες  , εφόσον  αν και  διδάσκονται  καταναγκαστικά  στα ελληνικά σχολειά , δεν έχουν κατορθώσει  -και μάλλον δεν έχει και πρακτική χρησιμότητα να κατορθώσουν – να  εισβάλουν  στο καθημερινό λεξιλόγιο των  μαθητών  ή και να τους μεταδώσουν τα μηνύματά τους .Παραμένουν νεκρά  σημαίνοντα  ,γεμάτα από τη λάμψη ενός αλλοτινού  μεγαλείου , παρασύροντας μαζί τους στο  σκοτάδι  και τα σημαινόμενα . Η  πολεμική της   κυρίας  Ρεπούση  φαινομενικά δε στρέφεται  εναντίον του αρχαίου  ελληνικού πνεύματος  αλλά εναντίον της εμμονής  στους τύπους  που μεταφέρουν αυτό το πνεύμα . Κι εδώ , κατά την ταπεινή μου άποψη , υπάρχει  ένα τρωτό σημείο στο σκεπτικό της . Διαχωρίζει τα  ιδανικά  και τη φιλοσοφία του αρχαίου ελληνικού κόσμου  από  τη μορφή που τα  ενσαρκώνει και τα παραδίδει ατόφια στις επόμενες γενιές .Ξεφλουδίζει τα νοήματα από  το περίβλημα που όχι απλώς τα φιλοξένησε αλλά  τα έσπρωξε προς την περιοχή του μεγαλείου .Διότι νοήματα χωρίς  φθόγγους και χωρίς συλλαβές και χωρίς λέξεις και χωρίς διαπλοκή των λέξεων μέσα σ’ ένα πλήρες κείμενο ,απλά δεν υπάρχουν.
    Θα μου πείτε από την άλλη , είναι λίγο υποκριτική η παραπάνω θέση ,καθώς τα νοήματα μιας περασμένης  εποχής  τα  αναδεικνύει  κάθε  καινούργια  γενιά με τα δικά της εκφραστικά μέσα .Άρα μας  αρκεί  απλά να μεταφράζουμε στον  τωρινό   γλωσσικό κώδικα  τα  όποια γραπτά  μνημεία ,για να προσαρμόζουμε  το πολύτιμο των νοημάτων τους  στο σφυγμό  του παρόντος και του  μέλλοντος . Μπορεί σ’ αυτό η κυρία Ρεπούση να έχει εν μέρει   δίκιο .Ακόμη κι όταν εγώ αποστηθίζω την αρχαία  έκφραση στο μυαλό μου , με το βάρος  και  τη γοητεία  της , την αποκωδικοποιώ  με λεκτικούς όρους της  σημερινής γλώσσας. Διαβάζω  τον   Επιτάφιο  του  Θουκυδίδη  στο πρωτότυπο κείμενο και  συλλαμβάνω τη μαγεία του περιεχομένου του μεταφράζοντας ενδόμυχα  στα νέα  ελληνικά .Ως εδώ εντάξει . Την ίδια ώρα όμως που  «αναγκάζομαι» να μεταφέρω τα λεκτικά σύνολα  στα δικά μου μέτρα επικοινωνίας , την ίδια ώρα συντελείται ένα μικρό θαύμα . Έχει τόσο μεγάλη ισορροπία ο αρχαίος ελληνικός λόγος που δε γίνεται θα προσέξω και θα συγκρίνω την  εκφραστική του πυκνότητα με την αναλυτικότητα  του νεοελληνικού λόγου. Θα διαπιστώσω πόσο γνώριμες μου είναι κάποιες ρίζες , κάποιες  καταλήξεις , ολόκληρες λέξεις και φράσεις . Θα παραξενευτώ  αν ψάξω λίγο καλύτερα τα δομικά στοιχεία της  ίσως ακατανόητης στην αρχή φράσης «χρώμεθα τε πλούτω μαλλον καιρω έργου  ή κόμπω λόγου»  ,διαπιστώνοντας πόσο οικεία μου είναι . «Χρώμεθα» [, χρησιμοποιώ , χρήση , χρήμα] ,καιρω [ευκαιρία ,καιροσκόπος ] , κόμπω  [κομπάζω , κομπασμός] .Θα κατανοήσω εν τέλει πως  ακόμη και στην περίπτωση της γλώσσας  ,η οποία συνιστά  κάτι που διαρκώς εξελίσσεται , μπορεί ίσως να εφαρμοστεί η αριστοτελική τελεολογία που θέλει ως  φύση ενός πράγματος  τη μορφή που αυτό έχει όταν ολοκληρωθεί η εξελικτική του πορεία . Γιατί όπως και να το κάνουμε , και δεν είναι έξαρση  εθνικής υπεροψίας , υπάρχει ένα είδος τελειότητας στον αρχαίο ελληνικό  λόγο .Αισθάνεται  κανείς  ότι πέρα από την ποιότητα της σκέψης που  αποτυπώνει , είναι κι ο ίδιος ένα αισθητικό θαύμα ,μια αρμονική συνάντηση μεταξύ συμφώνων και φωνηέντων ,μία ηχητική πανδαισία .Κι αυτήν ακριβώς τη μουσική δεν έχουμε το δικαίωμα να  τη στερήσουμε από τους μαθητές μας , όχι για να τους πείσουμε πως πρέπει ξαφνικά ν’ αρχίσουν να ανταλλάσσουν μηνύματα στα κινητά τους τηλέφωνα με τη γλώσσα του Σοφοκλή και του Θουκυδίδη , αλλά  για να τους δείξουμε πως η αγάπη για το λόγο δημιουργεί  καλλιτεχνικούς θριάμβους . Να τους  μεταδώσουμε  την επιθυμία να καλλιεργήσουν , έχοντας ένα υψηλό μέτρο σύγκρισης , και τη δική τους , την κακοποιημένη από την πολυφωνία  νεοελληνική γλώσσα .
     Συνεπώς , η κυρία   Ρεπούση μένει μόνο στο «ωφέλιμον» , αλλά εγώ προτείνω  και το «τερπνόν» .Το «ωφέλιμον» μπορεί να μου το δίνουν πράγματι οι μεταφράσεις . Θέλω όμως οι μαθητές μας να βιώσουν και το «τερπνόν»  της  ακρόασης  του αρχαίου ελληνικού λόγου. Όσο για την ένστασή της πάνω στην επιμονή των εκπαιδευτικών να  διδάσκουν  περισσότερο τη γραμματική και το συντακτικό  της αρχαίας  γλώσσας , τουλάχιστον στο γυμνάσιο , έχω την  εντύπωση πως το θέμα τίθεται σε λανθασμένη βάση . Η κάθε γλώσσα , ακόμη και οι  «νεκρές» ,προκειμένου να λειτουργήσει και να αποκαλύψει σταδιακά τους θησαυρούς της , χρειάζεται  να  παιδευθεί μέσα  στο  μυαλό  αυτού που τη μαθαίνει , με τους κανόνες της ,με τη γραμματική και με τη σύνταξή της . Αλίμονο αν προσπαθήσει κανείς έστω και να διαβάσει , όχι να μιλήσει , την αγγλική γλώσσα , χωρίς να γνωρίσει πρώτα τα στοιχειώδη γραμματικά  και συντακτικά της φαινόμενα .Αν το δοκιμάσει  ,απλώς  θα αυτοσχεδιάζει προσπαθώντας να  εικάσει τη σημασία του κειμένου που διαβάζει ,και θα οδηγείται φυσικά σε παρερμηνείες . Το ίδιο λοιπόν ισχύει και για την αρχαία ελληνική . Εφόσον θέλουμε και κατά τη γνώμη μου πρέπει να τη διδάξουμε ,χρειάζεται πρώτα να εισαχθούμε στα βασικά εργαλεία για την προσέγγισή της , ώστε σε επόμενο στάδιο ή και παράλληλα να μπορέσουμε να διεισδύσουμε και στα νοήματά της . Καλώς ή κακώς λοιπόν στο Γυμνάσιο η διδασκαλία της γραμματικής και του συντακτικού είναι αναπόφευκτη.  Απλώς θα πρέπει να συνδυάζεται αρμονικά και με  την ερμηνευτική  επεξεργασία των κειμένων  και με την ανάδειξη των αντιστοιχιών ανάμεσα στις αρχαίες και τις τωρινές λέξεις .
     Από την άλλη πλευρά στο Λύκειο  το πνεύμα της διδασκαλίας  του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών είναι εδώ και κάμποσο καιρό διαφορετικό ,χωρίς  εντούτοις να λείπουν και περιπτώσεις  φιλολόγων που εμμένουν σε μία καθαρά τυπολατρική  αντιμετώπισή του .Δίνεται περισσότερη έμφαση  στην ανάλυση του περιεχομένου  των κειμένων  , ενώ  η γραμματική και συντακτική ανάλυση  λειτουργούν επικουρικά  , για να  διαφωτίσουν  τα σημεία εκείνα  που  θέτουν εμπόδια στην ερμηνεία .Ακόμη και οι έννοιες της διαθεματικότητας , της διακειμενικότητας  και της διεπιστημονικότητας  βρίσκουν περισσότερο έδαφος για να βλαστήσουν ,συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν  .Αλλά και μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο διδακτικής προσέγγισης ,είναι πολύτιμο κληροδότημα για τους μαθητές η επαφή τους με το ύφος  του κάθε συγγραφέα , μ’ εκείνα τα μορφικά  στοιχεία που  προδίδουν μια  διαφορετική στάση απέναντι στη γλώσσα και άρα ,αφού ο κόσμος αποτυπώνεται στη γλώσσα , και στον κόσμο .Άλλες είναι οι εκφραστικές επιλογές του Ξενοφώντα , άλλες του Θουκυδίδη . Άλλος κόσμος ο πρώτος , άλλος ο δεύτερος .Κι όλα αυτά που ίσως φαίνεται δύσκολο να περιπέσουν  στην αντίληψη ενός δεκαεξάχρονου , με λίγη μαεστρία  μπορούν να αναφανούν από έναν εμπνευσμένο   φιλόλογο και να γίνουν  κατανοητά στο μαθητή του .
       Μα πάνω απ΄όλα χρειάζεται να εμπεδωθεί η ιδέα ότι νεκρός χρόνος παράγεται μετά από κάθε μας κίνηση .Με το που πάμε να κάνουμε κάτι αμέσως αυτό πεθαίνει. Γίνεται νεκρό .Ανήκει πια στη βασιλεία του περασμένου .Αλλά την ίδια ώρα ,όσο κι αν φαίνεται περίεργο , παράγει ζωή και μας κατευθύνει .Ο ομηρικός Οδυσσέας κατεβαίνει στον κόσμο των νεκρών , για να  λάβει τις απαντήσεις που θα του ξεκλειδώσουν το δρόμο για την Ιθάκη. Στην αρχή οι νεκροί παραμένουν σκιές ,όντα χωρίς λόγο .Θα χρειαστεί να γίνει μια θυσία και να τρέξει αίμα , για να ξυπνήσει μέσα τους ο λόγος .Κι εμείς αντίστοιχα θα πρέπει να ρίχνουμε αίμα στο παρελθόν ,για να γίνεται  το ακατάληπτο  στη νέα  γενιά σύμβολο  νόημα , για  να μπορέσουν κι εκείνοι  στο δικό τους ξερίζωμα να  βρουν την πορεία που θα τους  χαρίσει λίγο στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια τους .

Τσιαχρής Κώστας

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Δημήτρης Γεωργάς :Όταν το πάθος ντύνεται τις λέξεις

Πηγή : Τζίνος Λαμπίρης   newgreekpoetry.blogspot.com

"οι ξύστρες ξεφλουδίζουν το ουτοπικό δέρμα μου
και να που αρχίζω να μου μοιάζω..."

Ο  Δημήτρης  Γεωργάς  γεννήθηκε  το 1987 στην Αθήνα .Σπούδασε  και  ασχολείται  με τον τομέα της φυσικοθεραπείας . Άρχισε να ασχολείται με την ποίηση  από την ηλικία  των δεκαπέντε χρόνων ,όταν ήρθε στο φως   το πρώτο του ποίημα το οποίο κατέληξε άδοξα  στο καλάθι των αχρήστων λίγο αργότερα .Σιγά σιγά ωστόσο έμαθε να  αναπνέει το οξυγόνο της ποίησης και  να δημιουργεί μικρές  ζωές  από λέξεις . Χάθηκε στους διαδρόμους του μυαλού του κι έβγαλε στο φως τις σκιές και τα τέρατα που κυνηγούσαν και κυνηγούν την ύπαρξή του . Λάτρης της φιλοσοφίας του Νίτσε  και της λογοτεχνίας , ανατέμνει στα ποιήματά  του την ανθρώπινη μοίρα και παίζει με τις συναισθηματικές  ακρότητές της .Βουτάει βαθιά στο πάθος , χωρίς να φοβάται τον ενδεχόμενο πνιγμό ,και φέρνει στην επιφάνεια παράξενα χρώματα  και σχήματα . Η ποίησή του παραπέμπει λογοτεχνικά  στη σχολή των νεορομαντικών ,καθώς  χαρακτηρίζεται  από  το στοιχείο του αυθορμητισμού στην αποτύπωση των εσωτερικών αναζητήσεων του δημιουργού , από τις έντονες  συναισθηματικές  εξάρσεις , τη ρωμαλέα  έκφραση με τη συχνή χρήση της μεταφοράς και του επιθέτου και  την  αγάπη για το  ανεξερεύνητο .Υπάρχει  επίσης σε μερικά ποιήματα και μία επικολυρική  χροιά που προσωπικά μου φέρνει στο μυαλό τις μπαλάντες της μεσαιωνικής  εποχής ,χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ποίηση του  Γεωργά  αφήνει την αίσθηση του παρωχημένου . Η έκφρασή του προδίδει  αληθινή αγάπη για αυτό που κάνει και προσφέρει . Δεν υπάρχει κάτι επιτηδευμένο στα ποιήματά  του .Δε γράφει για να εντυπωσιάσει  φραστικά  αλλά  περισσότερο για να ξορκίσει τα προσωπικά του φαντάσματα και να βρει μια κάποια λύτρωση μέσα από τις πυκνές συστάδες των λέξεών του .Όπως ο ίδιος ο ποιητής λέει :"Η ποίησή μου είναι  αυθόρμητη , αρκετά  επώδυνη και λυτρωτική για  εμένα, καθώς  κυρίως πηγάζει από συνειδησιακές αναζητήσεις , αποξένωση, βαριά  συναισθηματική  φόρτιση  και την αγωνιώδη επιθυμία  πραγμάτωσης του νιτσεικού  οράματος εξέλιξης του ανθρώπου  σε ένα ευγενέστερο είδος".Ο  Δημήτρης Γεωργάς μπορεί να βρίσκεται ακόμη στο καβαφικό Πρώτο σκαλί της ποίησης , ωστόσο διακρίνω κάτι μέσα στα έργα του ,κάτι που πιστεύω ότι θα τον κάνει σύντομα πολίτη της πόλης των ιδεών . Ποιήματά  του  έχουν δημοσιευεθί  στην ιστοσελίδα  logoclub.gr .Παραθέτω ένα από αυτά  ,από τα χαρακτηριστικότερα της ποιητικής του .Έχει τίτλο ΧΑΟΣ.

ΧΑΟΣ
Από όσα γράφονται δεν αγαπώ παρά μόνο αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του.Γράφε με το αίμα σου και θα μάθεις ότι το αίμα είναι πνεύμα ΦΡ.ΝΙΤΣΕ

Χαλάζι λάβας πέφτει η βροχή
στο διαμπερές σημαδεμένο μου σώμα
συντριβάνια  αγάπης κόκκινα
εκτοξεύονται στο αδειανό  ταβάνι
και τα κοράκια της ελευθερίας τσιμπάνε διψασμένα

Άνοιξα τα μάτια μου
μα βλάστησαν λέπια στα βλέφαρά μου
ο ήλιος ξεκόλλησε βίαια  τον ανονείρευτο ύπνο μου

σαράκι αίματος το γραφείο μου
σέρνει τις μύγες στην βασιλική μου φλέβα
ιδρώτας με σάλιο
στάζει απ'το τυφλό  μέτωπό μου

Οι τοίχοι μουντοί και σκουριασμένοι
μυρίζουν σάπια όνειρα
που πιάστηκαν στον ιστό της μοίρας
δεν μιλάνε δεν λένε τίποτα
λαχανιάσματα  σιγής μόνο

Η σιωπή γυρίζει  ξαφνικά το κεφάλι της
και με κοιτάζει αγριεμένη
το στόμα μου έχει γεύση
ανακατεμένης λάσπης με μητρικό γάλα
Τα μυρμήγκια της σκέψης τρυπώνουν στ' αυτιά μου
δαγκώνουν την σκέψη
μεταφέρουν στην φωλιά τους  τα ακρωτηριασμένα  αισθήματα

Θαμπώνουν οι μέρες,
τσουρουφλισμένες πεταλούδες
πετούν κοντά στο φως τα χρόνια.

Φευγαλέα πονηρά χαμόγελα,  σκάει η αλήθεια
και χάνεται στους δρόμους με τα κόκκινα φανάρια
σαν κατακερματισμένο  άστρο
που αφήνει τα κόκκινα χνάρια του
στο μαύρο χώμα της αβύσσου

Μα τι ξεστομίζω!

-Η αλήθεια κείτεται χτυπημένη
στη μέση του δρόμου
σαν τσαλακωμένη γάτα ξεψυχάει
στο τροχαίο με την ανηλεή φύση
Με το στραβοχυμένο της στόμα
την ταραγμένη ομιλία της
τα γεμάτα σπαστικότητα άκρα της
σπαρταράει στο αναπηρικό της καροτσάκι
λούζεται  σε μαύρους καταρράκτες
στεγνώνει με σπινθήρες διάφανους

Είναι το ξένο παιδί
που σαν λύκος παραμονεύει ψίχουλα
Μα τα περιστέρια πάντα  το προφταίνουν

Είναι η Αφρικανή έφηβη
εκκωφαντικό κόκκινο  ποτάμι ρέει ανάμεσα στα σκέλια της

Έχει την οσμή των αρρώστων η αλήθεια
των ισχνών ζωντανών χρωματιστών  πτωμάτων
είναι το αφυδατωμένο ξερό λουλούδι
που ανθίζει στην καμένη πεδιάδα της καρδιάς μου
το πανέμορφο μελαχρινό κορίτσι
το κορίτσι που ζωντανεύει σε καμβά  το χώμα..

Και εγώ...;
καταπίνω τις τεράστιες αιμοσταγείς πέτρες
της αδράνειας

Ένας κόκκος ύπαρξης
που βυθίζομαι στο κινούμενο τίποτα
κύματα αφινιασμένα χτυπάνε το στέρνο μου
Το φάντασμα της νιότης μου ουρλιάζει
στην άκρη του αβυσσαλέου χρόνου
αναίτιος κρέμομαι από το δέντρο της αχρησίας
οι καθρέφτες με γελοιοποιούν
για δείτε ρε έναν παλικαρά
που θα αποδώσει δικαιοσύνη με το μολύβι του!

Τα άρθρα ακονίζουν τις μυτερές γωνίες τους
και σαν στιλέτα τις πετάνε
η ατελής στρογγυλότητα των φωνηέντων
μοιάζει με ακανόνιστη πυρακτωμένη αλυσίδα
που δένει τους καρπούς μου
οι ξύστρες ξεφλουδίζουν το ουτοπικό δέρμα μου
και να που αρχίζω να μου μοιάζω...

Ένας ίππος της βαλκυρίας κατέφτασε στο παραθύρι μου
κλέβοντας τον οίστρο των σκέψεών μου
τρέχει πηδώντας απάνω μου
και αρχίζει να με γλείφει

Μα ξάφνου εξαφανίστηκε...
Μπορεί να μην υπήρξε ποτέ...
Μπορεί να μην υπήρξα ποτέ...

Πώς να μπορέσει ο ολιγοφρενής νους μου να ρυθμίσει το ΧΑΟΣ;
-δεν θα μπορέσει (ψιθύριζε η γριά)
καθώς νανούριζε το πλαστικό μωρό
ψίθυρος ακαθόριστης ιαχής
μεταθανάτιοι σπασμοί των νεκρών κλαδιών
της μαύρης τριανταφυλλιάς
εξαπλώνονται στον εγκέφαλό μου
χτυπιούνται με τους νευρώνες μου
στα κοφτερά βράχια της ελπίδας
-δεν θα μπορέσει (ψιθύριζε η μαυροφορεμένη γρια)

Ένα αργό μακρόσυρτο ξεψύχισμα ακούγεται μέσα από τους τοίχους, ο μοναδικός ήχος που ακούστηκε εδώ και χρόνια σε τούτο το δωμάτιο που έχει αρχίσει να παίρνει μακρύ πολυγωνικό σχήμα,δεν θα μπορέσει.

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Ποιητική ελληνομάθεια

Ποιητική ελληνομάθεια (Σημειώσεις για τον σύγχρονο κυπριακό λυρισμό) Μας κλειδώνει ένα κλειδί, μας πληγώνει η ίδια σφαίρα τόσο που η μόνη συμφιλίωση κοιμάται ανενόχλητη στην αγκαλιά σου
Μαρία Θωμά, "H μόνη συμφιλίωση"
Γράφει: ο ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

I
Ασφαλώς, δεν είναι η πρώτη φορά που ελλαδικό περιοδικό αφιερώνει τις σελίδες του στην παρουσίαση της λογοτεχνίας της Κύπρου.Απ’ όσο θυμάμαι, στη δεκαετία ή τη δεκαπενταετία που μας πέρασε και η λέξη παρουσίασε δυο τεύχη της,το ένα γενικά στην ποίηση και στην πεζογραφία της νήσου, το άλλο στον Κώστα Μόντη. Επίσης, παρακάμπτοντας τις λιγοσέλιδες αναφορές της αθηναϊκής Ομπρέλας, εκτεταμένα αφιερώματα έκαναν ο κερκυραϊκός Πόρφυρας και η λαρισινή Γραφή .Συνεπώς το ήδη ενός έτους –δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 2005-τεύχος της Παρέμβασης του γηγενούς κοζανίτη λόγιου Βασίλη Καραγιάννη που παρουσιάζουμε σήμερα, με τον τίτλο «Η Κύπρος και η ποίησή της σήμερα», δεν άπλωσε τις ρίζες του σε ανοίκειο έδαφος.Ο αναγνώστης της κοζανίτικης αλλά και της μακεδονικής ενδοχώρας , ιδίως ο φιλέρευνος και υποψιασμένος , έχοντας κάποια τουλάχιστον από αυτά υπ’ όψη του , ως σχετική προπαιδεία, μπορεί να στηριχτεί σ’ ένα υπολογίσιμο πεδίο λογοτεχνικών αναφορών επί του θέματος.Όμως πρέπει να πούμε ότι το εν λόγω αφιέρωμα της Παρέμβασης δεν είναι υπό προϋποθέσεις, γιατί δεν περιλαμβάνει άρθρα και εισαγωγικά που επιτάσσουν μια φιλολογική γνώση. Απευθύνεται κυρίως στον απροειδοποίητο αναγνώστη, σ’ αυτόν που η Παρέμβαση έρχεται μάλλον τυχαία στα χέρια του ,προσφέροντάς του μια βατή, εισαγωγική προοπτική στην κυπριακή ποίηση .Μια πρώτη επαφή με μια λογοτεχνία ομόγλωσση μεν που όμως κατά το παρελθόν ίσως είχε κάμποσες δευτερεύουσες διαφορές με την, ας πούμε, μητροπολιτική, του ελλαδικού κέντρου
. Με την πάροδο των ετών και με την καλώς ή κακώς εννοούμενη ομογενοποίηση οι διαφορές αυτές ολοένα και περισσότερο εκλείπουν, χωρίς ωστόσο να εξαφανίζονται. Και τούτο, βέβαια, τύχη αγαθή, οφείλεται στον εξακολουθητικά πατριδοκεντρικό χαρακτήρα ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης ποίησης και της πεζογραφίας της νήσου. Λίγο οι ιδιοτροπίες και οι αναλγησίες της ιστορίας ,λίγο το στρατηγικό σημείο όπου κείται, στο νοτιοανατολικό άκρο της Μεσογείου ,λίγο η σύμμειξη των προσωπικών και των συλλογικών εμπειριών των Κυπρίων ,σε έναν γεωγραφικό τόπο όπου η έκλυση της συμπάθειας και της αντιπάθειας είναι πολλές φορές ο κανόνας της καθημερινότητας. Όλα αυτά συνετέλεσαν (παρά το ότι οι τρέχουσες επικοινωνίες και οι συνάφειες ευνοούν παγκοσμίως το αντίθετο ,δηλαδή την άμβλυνση των ιδιαιτεροτήτων και την πολιτισμική εξομοίωση ) στο να δημιουργείται στη νήσο και στους λογοτέχνες της η ζήτηση μιας πιο ευκρινούς υπαρξιακής ταυτότητας .´Η, διαφορετικά, προβάλλει μια γενικότερη ανάγκη συσπείρωσης και αυτογνωσίας ,κάτι που σπρώχνει την ποιητική φαντασία να αντιπαραθέσει την κυπριακή ιδιαιτερότητα (άλλοτε υπογραμμισμένη δραματικά και άλλοτε διογκωμένη και εξημμένη ειρωνικά ) στην βαθύτερη οδύνη για τις τροπές που είχε τις τελευταίες δεκαετίες η συλλογική μοίρα. Από εκεί άλλωστε και η παράδοξη και ανεξήγητη για τους πολλούς, “αναβίωση” του ιδιωματικού λυρισμού , ιδίως μεταξύ των ποιητών που είναι σήμερα μεταξύ πενήντα και εβδομήντα ετών και που εμφανίστηκαν στα γράμματα γύρω στα επικά χρόνια της Ανεξαρτησίας και ,στη συνέχεια ,γύρω στο τραγικό σημείο ναδίρ της τουρκικής εισβολής. Μπορεί να φαντάζει αυτή η αναβίωση παράδοξη και ανεξήγητη ,γιατί άρχισε να κυοφορείται και να ανθοφορεί σε μια εποχή όπου η ενορατική παράδοση του γενάρχη Βασίλη Μιχαηλίδη έδειχνε να εξαντλείται και όπου η ομόλογη παράδοση των λαϊκών ποιητάρηδων έμοιαζε μάλλον γραφική .Έτσι όμως κι αλλιώς, για μένα η επανεμφάνιση της ιδιωματικής ,έμμετρης και ομοιοκατάληκτης ποίησης που έγραφε πληθωρικά ο Κώστας Μόντης, μετά την εισβολή, και που συνεχίζουν να γράφουν - πλάι στην “πεπαιδευμένη ”- ο Κώστας Βασιλείου, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο Μιχάλης Πασιαρδής, η Αντριάνα Ιεροδιακόνου, ο Μιχάλης Πιερής, η Νάσα Παταπίου , ο Σάββας Παύλου, κ.α.δεν είναι ακριβώς η αναβίωση του παλαιού ,αυθόρμητου τρόπου λυρικής έκφρασης .Είναι ευνόητο πως δεν μπορείς να γράψεις όπως ο Μιχαηλίδης, όπως δεν μπορείς-με άλλες αναλογίες- να γράψεις όπως ο Σολωμός και ο Σικελιανός.Περισσότερο , λοιπόν, η νέα ιδιωματική ποίηση που προέκυψε ως απόληξη ενός βαθύτερου αιτήματος αυτογνωσίας, μου φαίνεται σαν συνειδητή άσκηση ή σαν τόρνευση ενός νέου γλωσσικού και ηθικού φρονήματος της ζωής - αν και πάνω σε δοκιμασμένες για την αντοχή τους φόρμες. ΙΙ
Ένα μικρό ανθολόγιο της σύγχρονης κυπριακής ποίησης αποτελεί ουσιαστικά το τεύχος της Παρέμβασης .Μπορεί να μην είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό (λείπουν,για διάφορους λόγους, η Παταπίου,ο Γιώργος Μοράρης,η ´Ελενα Τουμαζή,η Ελένη Θεοχάρους,ο Θεοκλής Κουγιάλης,η Ιεροδιακόνου,κ.α.) ,όμως με μερικές θεραπείες των παραλείψεων, όπως και με μια ή δυο αφαιρέσεις ,πιστεύω ότι προσφέρει μια σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα : του ποία είναι η δυναμική της σύγχρονης κυπριακής ποίησης και του τι μπορεί να εισφέρει σήμερα στην ευρύτερη ελληνική.Και λέω σχεδόν, γιατί ο αναγνώστης της Παρέμβασης θα πρέπει να έχει υπ’ όψη του ότι στις επιλογές των ανθολόγων ίσχυσαν δυο άδηλα κριτήρια με βάση τα οποία πραγματοποιήθηκε η σύνθεση των πενήντα δυο ποιητών και ποιητριών.Το πρώτο από τα κριτήρια ,το να στεγάζει δηλαδή το αφιέρωμα ζώντες και μόνο ,θα έλεγα πως δεν πρέπει να μας ξενίζει και τόσο πολύ.Έχω υπ’ όψη μου ανάλογες ανθολογίες ,πρόσφατα από τη Φινλανδία ,τη Σουηδία και την Ιρλανδία ,αλλά επίσης ανθολογίες που πέρασαν στο διαδίκτυο ,όπου εμφανίζονται μόνο ζώντες ποιητές.Το δεύτερο όμως από τα άδηλα κριτήρια ,μολονότι ως ζήτημα έχει προκύψει στα τελευταία και μόνο χρόνια ,θέλει περισσότερη διερεύνηση. Εννοώ, το αν σε ανθολογήσεις όπως αυτές υπεισέρχονται εκτός από τους αξιολογικούς και οι εθνοτικοί όροι · αν, με άλλα λόγια , θα πρέπει να συνυπάρχουν οι τουρκοκύπριοι με τους ελληνοκύπριους . Πρόταση διόλου εύκολη στην εφαρμογή της, γιατί ο ιστορικός παράγοντας έχει επηρεάσει τα μέγιστα τη διαμόρφωση της σύγχρονης κυπριακής κουλτούρας . Γιατί, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αξιόλογων νέων στην ηλικία , τουρκοκύπριων ποιητών που χειρίζονται και την ελληνική ,το ζήτημα βρίσκεται στο αν και κατά πόσο έχουν κοινή την λυρική παράδοση των τελευταίων τριάντα –σαράντα χρόνων (πράγμα για το οποίο δεν έχω πειστεί ) ,και από αν και κατά πόσο η γλώσσα και οι θεματικές τους μπορούν να συνυπάρξουν και να συνεξεταστούν με τους θεματικούς και γλωσσικούς κύκλους των ελληνοκυπρίων.Να σημειώσω εδώ ότι έχω αντιληφθεί τον τελευταίο καιρό μια ευνόητη προσπάθεια που ενδεχομένως να έχει ξεκινήσει από στρατηγικές πολιτικής φύσεως ,να ενσωματωθούν ή να επανενταχθούν ορισμένοι τουρκικής καταγωγής λογοτέχνες και λόγιοι στο κυπριακό πολιτισμικό παρόν. Όμως, σε έναν τόπο, όπως η Κύπρος, με συνεχείς μέσα στην ιστορία πολιτισμικές διασταυρώσεις και ωσμώσεις ,κατά τη γνώμη μου πάντοτε, είναι προτιμότερο να αφήνουμε τα ζητήματα κουλτούρας να αναπτύσσουν τη δική τους δυναμική και τις δικές τους συμμαχίες 1.Έχοντας αυτό το δεδομένο κατά νου , βρίσκουμε στο ανθολόγιο είκοσι ποιήτριες και τριανταδύο ποιητές, αθροιστικά,που αντιπροσωπεύονται από ένα έως δυο ποιήματα. Γηραιότεροι ανάμεσά τους ο Κώστας Κύρρης (γεν.1927),και έπειτα η Κλαίρη Αγγελίδου (γεν.1932) και ο Ανδρέα Παστελλά (επίσης το ‘ 32) και νεώτερες τέσσερις κοπέλες που μάλλον κατά σύμπτωση γεννήθηκαν το ‘ 80 :η Χριστίνα Γεωργίου, η Μαρία Θωμά ,η Φλώρα Κυπριανού και η Μαρία Σιακαλλή .Μάλιστα ,η συστέγαση τόσων νέων στην ηλικία ποιητών έχει ήδη επισημανθεί ως βασική ιδιοτυπία του αφιερώματος αυτού, από τον Γιώργο Μύαρη, ανθολόγο και εκπαιδευτικό που αν και κερκυραϊκής καταγωγής έχει πλέον πολιτογραφηθεί Κύπριος. Στο προλογικό του σημείωμα που διαβάστηκε στην Καστελιώτισσα της Λευκωσίας,τον Μάρτιο του 2005, με την ευκαιρία της δημόσιας παρουσίασης του εν λόγω ειδικού αφιερώματος της Παρέμβασης ,αφού αναφέρει ότι ως ανθολόγοι (αυτός και η Δέσποινα Νικολάου) τήρησαν γενικά τη σχηματική διάκριση των σύγχρονων ποιητών της Κύπρου σε γενιές που συνδυάζονται με τα αντίστοιχα κορυφαία και εμβληματικά ιστορικά γεγονότα (γενιά της Ανεξαρτησίας, γενιά της Εισβολής), πρόσθεσαν μια σχετικά πολυάριθμη ομάδα νεώτερων ποιητών. Κάτι που νομίζω ότι χρειάζεται να τονιστεί, γιατί έτσι, εν σώματι, δεν έχουν εμφανιστεί άλλοτε σε λογοτεχνικό περιοδικό του μητροπολιτικού κέντρου κύπριοι ποιητές αυτής της ηλικίας. Συγχρόνως με τη συνύπαρξη των διαφορετικών γενεών και τεχνοτροπιών, επιμείναμε και δώσαμε ιδιαίτερο βάρος στην παρουσίαση ποιημάτων νέων δημιουργών, γι’ αυτό και οι μισοί ανθολογούμενοι είναι νέοι.Κι αυτό αποτελεί ένα κύριο χαρακτηριστικό του αφιερώματος1α
ΙΙΙ
Για ορισμένες από τις προτάσεις του ανθολόγιου και των ανθολόγων κρατώ τις επιφυλάξεις μου.Λόγου χάριν, δεν ξέρω αν ορισμένοι από τους νεώτερους κύπριους ποιητές θα στεγαστούν τελικά κάτω από τον όρο γενιά του ’90 –σημαίνει τίποτε ευρύτερης σημασίας το ‘ 90,όπως κατ’ αναλογία η Ανεξαρτησία και η τουρκική εισβολή ; ´Αλλωστε, ας μου επιτραπεί να ομολογήσω ότι αμφιβάλλω ολοένα και περισσότερο ,όσο περνούν τα χρόνια , για τη χρησιμότητα των ανά δεκαετία ή εικοσαετία κατατάξεων σε λογοτεχνικές γενιές ,εκτός και αν ο ορισμός βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα των ποιητικών ομάδων και γίνεται αποδεκτός από τους εκπροσώπους τους. Γεγονός όμως παραμένει –κι αυτό μπορώ να το επιβεβαιώσω ,καταθέτοντας επίσης τη δική μου αναγνωστική και κριτική αυτοψία- ότι έχουν παρουσιαστεί πολλοί και καλοί ποιητές στην Κύπρο κατά τα τελευταία χρόνια 1β. Την ευρύτερη ομάδα των ποιητών που γραμματολογικά συνδυάστηκε η εμφάνισή της στα γράμματα με το χρονικό σημείο της Εισβολής (δειγματοληπτικά και μόνο μνημονεύω τον ´Αντη Κανάκη, τη Φροσούλα Κολοσιάτου, τη Νίκη Μαραγκού, τον Χρήστο Μαυρή, τον Λεύκιο Ζαφειρίου ,τον Νίκο Ορφανίδη και τον Γιώργο Μολέσκη ), τυχαίνει να τη γνωρίζω και να την έχω μελετήσει καλύτερα2 Προκειμένου όμως για τους νεώτερους που ακολούθησαν χρονικά –λ.χ.,τη Μαρία Θεριστή,τον Μιχάλη Παπαδόπουλο, τον Στέφανο Σταυρίδη, τον Γιώργο Χριστοδουλίδη, τον Βάκη Λοιζίδη - και που τώρα έχουν συγκεντρωθεί στο αφιερωματικό τεύχος της Παρέμβασης , θα μπορούσα να πω ότι συγκριτικά με τους προγενέστερους δείχνουν πολύ ωριμότεροι, από το ξεκίνημά τους ακόμα .Δείχνουν, και αυτό τηρουμένων των αναλογιών ισχύει επίσης για τους νεώτερους έλληνες ποιητές της ίδιας πάνω κάτω χρονικής στιγμής, να έχουν πιο έγκαιρα κατακτημένες τις σύγχρονες ποιητικές τεχνικές, κυρίως όμως δείχνουν να έχουν μεγαλύτερο βάθος, πυκνότητα και ποικιλία στις φωνές τους ,αλλά και έναν πιο καίριο χειρισμό της μεταφορικής γλώσσας. Όλα αυτά τα στοιχεία με ωθούν να τονίσω για μια ακόμα φορά ότι θα πρέπει να αρχίσουμε να υπολογίζουμε σοβαρά , ως αμέσως απαραίτητη ,τη συζήτηση για το αν χρειάζεται να εντάξουμε την σύγχρονη ποίηση ,την πεζογραφία αλλά και τον κριτικό λόγο της Κύπρου, ως ομόγλωσσες δημιουργίες, στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ακολουθώντας βέβαια σ’ αυτήν την ενδεχόμενη ένταξη τα ίδια κριτήρια και τηρώντας τις ίδιες ερμηνευτικές και αισθητικές προϋποθέσεις, βάσει των οποίων έχουμε συντάξει τις γραμματολογίες , τις κριτικές μονογραφίες για ευρύτερα θέματα ιστορίας και συγκριτικών σχέσεων της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα .´Ηδη, αν και με μεγάλη φειδώ, έχει προχωρήσει προς αυτήν την κατεύθυνση η έκδοση των Νεωτερικών ποιητών του μεσοπολέμου (1979),όπου ο Αλέξανδρος Αργυρίου έχει συναριθμήσει τον Κώστα Μόντη και τον Θεοδόση Πιερίδη · η έκδοση της Δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς [των ποιητών] (2000),όπου ο Κ.Γ.Παπαγεωργίου ανθολόγησε και τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη · η έκδοση της Μεσοπολεμικής πεζογραφίας (1992) ,όπου συγκαταλέγονται ο Λουκής Ακρίτας και ο Νίκος Νικολαίδης · έκδοση της Μεταπολεμικής πεζογραφίας (1988), όπου και η ´Ηβη Μελεάγρου ,ως μοναδική κυπρία εκπρόσωπος 3.Τέλος η Ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της (Καστανιώτης,2001-2005), όπου ο Αργυρίου έχει πολλές αναφορές σε και αποσπάσματα από κείμενα Kυπρίων, όπως του Αιμ.Χουρμούζιου, του Λεωνίδα Παυλίδη,του Γλαύκου Αλιθέρση,του Παντελή Μηχανικού ,κ.α..Όμως , ένα ισχυρό δεδομένο που μπορεί να ενθαρρύνει ακόμα περισσότερο την προοπτική αυτής της ένταξης είναι και το γεγονός ότι τα όρια στην πράξη ανάμεσα στις δύο ομόγλωσσες λογοτεχνικές κοινότητες έχουν προ πολλού πάψει να υπάρχουν, αφού ένας σημαντικός αριθμός ποιητών , πεζογράφων και κριτικών από την Κύπρο ζει κινούμενος μεταξύ μητροπολιτικού κέντρου και νήσου, συμβάλλοντας στην ενδυνάμωση της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Παρά τη συνοπτικότητά του, το ανθολόγιο της Παρέμβασης αποτελεί, νομίζω, μια καλή ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε την ανθοφορία της σύγχρονης ποίησης της Κύπρου.Και επίσης το πόσο η γλώσσα και η μορφολογία της είναι απόλυτα ενσωματωμένες στον τρόπο όλων μας ,κυπρίων και μη, να διαβάζουμε και να επικοινωνούμε με τη σύγχρονη ποίηση.




Αλέξης Ζήρας
_____________________________________________

1 ´Ηδη ο Αριστείδης Κουδουνάρης,στο Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων,1800-1920 (Ε´εκδ.,2005),έχει εντάξει σ’ αυτό αρκετούς τουρκοκύπριους .Και επίσης έχω δει δημοσιεύσεις τουρκοκύπριων ποιητών στα περ.´Υλαντρον , Άνευ και Νέα Εποχή. Μάλιστα, στο τχ.286, φθιν.2005, της ΝΕ, υπάρχει αναγγελία μιας προσεχούς προσφοράς ( “Δώδεκα Τουρκοκύπριοι Ποιητές ,σε ένα ψηφιακό δίσκο” ),πράγμα που σημαίνει ότι το θέμα βρίσκεται στην κορυφή των ενδιαφερόντων της πολιτισμικής πολιτικής του περιοδικού. Οπωσδήποτε, αυτό που πρέπει να έχει πρωτεύουσα σημασία ως προς την γραμματολογική ενσωμάτωση και συνεξέταση των σύγχρονων τουρκοκυπρίων ποιητών είναι η χρήση της ελληνικής.Γιατί, ανθολογίες ποιητών που εκφράζουν μια διαφορετική ,μικρο-εθνοτική γλωσσική συσπείρωση ,υπάρχουν πολλές στην Ευρώπη. Βασκικής και καταλανικής ποίησης στην Ισπανία,φλαμανδικής και βαλλονικής στο Βέλγιο, ουαλλικής στην Αγγλία, κ.ο.κ. Και απείρως περισσότερες σε ασιατικές χώρες. 1α Γιώργος Μύαρης, “Η Παρέμβαση και η ποίηση της Κύπρου, φιλοξενούμενες της λευκωσιάτικης μεσαιωνικής Καστελιώτισσας : 21 Μαρτίου 2005”, Παρέμβαση, τχ.131,´Ανοιξη 2005, σ.47-49. 1β Η αλήθεια είναι ότι έχει αποψιλωθεί αρκετά ο κορμός των ποιητών που εμφανίστηκαν στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘ 60 ,οι της Ανεξαρτησίας δηλαδή.Εκτός από εκείνους που ανέφερα ήδη , Κουγιάλη, Πασιαρδή, Χαραλαμπίδη, να προσθέσω την Ντίνα Κατσούρη, τον Φοίβο Σταυρίδη ,τον Πολύβιο Νικολάου,την Πίτσα Γαλάζη και τον Σοφοκλή Λαζάρου. 2 Αλέξης Ζήρας,“Η κυπριακή ποίηση.Θεματικές, γλωσσικές και υφολογικές διαστρωματώσεις της”, ανάτυπο από το περ.Σημείο ,τχ.4 (1996) 225-245. 3 Όλες οι αναφερόμενες ανθολογήσεις έχουν γίνει στις Εκδόσεις Σοκόλη.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Χρίστος Κρεμνιώτης " Η ποίηση απέναντι στη στρατηγική της παραίσθησης [Θέση Χάους και μέτρου]"

δόξα παρ'αλλήλων  λαμβάνοντες....[1]

Διακρίνεται σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού, ένα είδος στράτευσης˙ σε τέτοιον βαθμό συναποφασισμένης που, η μεν ομολογία της να είναι περιττή -καθόσον, έχει καταστεί κοινός τόπος- η δε ύπαρξή της, πότε να επιβουλεύεται και πότε να καταλαμβάνει, εξ ολοκλήρου, τη θέση της μεταφυσικής. Να αποτελεί, με άλλα λόγια, τη μυθολογία της εποχής μας που, συντετριμμένου πια του μεγαλυτέρου τμήματος κάθε ιδεώδους περί ωραιότητας, να εξαναγκάζει το φέρεσθαι [την ύπαρξη] και το εκφέρεσθαι [την έκφραση της ύπαρξης] του ανθρώπινου πλάσματος, να αποδέχεται τον σουρεαλισμό του κακού. Ενα συνεπόμενο χαρακτηριστικό της «στράτευσης» αυτής, είναι η αντιδημοκρατική τάση που εκ των πραγμάτων θα χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά καθενός που θα έκανε την απόπειρα να την αντιμετωπίσει. Λέω, δηλαδή, πως η στράτευση αυτή, είναι η κοινή απόφαση σχεδόν ολόκληρου του πληρώματος των κυρίαρχων κοινωνιών (;) και πολιτισμών (;) της εποχής. Κάθε λαού. Ολων των στρωμάτων˙ και όλων των τάξεων.
Η βασική κοινωνιολογική «κίνηση» που εντοπίζει κανείς παρατηρώντας την, είναι -η κίνηση- εκείνη που προκύπτει από τη διεκδίκηση «θέσης αντί θέσεως»εντός πάντοτε των πλαισίων-στρατοπέδου του κακού. Θέσεως κεφαλής. Θέσεως όλο και πιο απόλυτης -με κάθε τρόπο αποκτημένης- εξουσίας, ώστε στην απομόνωσή της, στην απομονωμένη τοποθεσία της, ο χαρακτήρας τουΟντος του Κράτους που αποκτά ο άνθρωπος μέσω της κάθεπροσυμφωνημένης πάλης στην κωμικοτραγικά λυσσαλέα καριέρα του μέσα σε αυτό το πεδίον μάχης, να του παρέχει τη -θλιβερή- ψευδαίσθηση πως θα μείνει αλώβητος από την όποια κρίση. Μάλιστα το «αδιατάρακτο» του απομονωμένου του Dasein, διασφαλίζεται, σε αυτή τη περίπτωση -των κατορθωμένων θέσεων κεφαλής- και μέσω των αλλεπάλληλων αναφορών στις καταστάσεις που «βασανίζουν» κάποιους εκ των υπολοίπων, τουτέστιν με ψευδεπίγραφες κοινωνικές ευαισθησίες. Αναφορές δηλαδή, που προφασίζονται την ύπαρξη κοινωνικού όντος και στις δύο πλευρές: στη θέσηκεφαλής και στη θέση μέλους ενώ στην πραγματικότητα, στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα ολοκληρωμένο κρατικό ον και στη δεύτερη, με ένα εν εξελίξει. Σαφές δε είναι, πως κάθε φτασμένη κρατική οντότητα, θέλει πάντα μία τουλάχιστον θέση «κάτω» από τη δική της, την τελική -θέση- της θλιβερής, απρόσωπης ετερότητας, του εν εξελίξει κρατικού όντος, το οποίο αποδέχτηκε και εν τέλει, δι-όρισε τη θέση του πρώτου, ως θέση κεφαλής και προτύπου.
Oμως, τι ορίζουμε ως «κρατικό ον»; Κάθε άνθρωπο που ορέγεται θέση ισχύος, σε έναν -όποιον- τομέα έκφρασης του ανθρώπινου πολιτισμού (από την τέχνη έως την πολιτική), με οιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε μέθοδο εκπορεύονται από την έννοια Κράτος, για τους λόγους που μπορεί να επιθυμήσει τις θέσεις κεφαλής ένας φιλο-Κρατικός και με τη συνεκδοχική συμπεριφορά του Κράτους. Τι σημαίνει «διεκδίκηση "θέσης αντί θέσεως"». Σημαίνει θέση ισχυρότερη από τη θέση που προείχα. Θέση επιρροής ισχυρότερης από εκείνη που κατείχα. Βεβαίως, θέση στον κλάδο που για τον έναν ή τον άλλον λόγο, το εκάστοτε ίδιον φαντασιακό, ηδύνεται:
Ο «βιαστικός» πτυχιούχος των μαθηματικών, στον άμβωνα ενός κακοφορμισμένου ορθολογισμού, ένας εξ-αγοραστής (με τον έναν ή τον άλλον τρόπο) του τάδε ή δείνα μεταπτυχιακού επί των κοινωνικών επιστημών, στη λίστα των βασικών κλειδαρίθμων-δουρείων ίππων, για τη διάνοιξη της πύλης που άγει στον εξευτελισμό των ανθρωπιστικών επιστημών...
Ο κατάλογος μακρύς. Προβλεφθείς δε, και από τον Νίτσε. Μα, τι μας μέλλει σ\' ένα κείμενο για την ποίηση; Είπαμε ήδη, απ\' αρχής, πως η στράτευση αυτή παρατηρείται «σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού». Ήτοι ναι, και στην ποίηση. Αλλά, ποια είναι αυτή η στράτευση; Χαρακτηριστικά της, είναι ότι γυρεύει διεστραμμένα την ισχύ - συνεπώς, μια διεστραμμένη ισχύ. Την ισχύ και όχι τη δικαιοσύνη. Το δικαίωμα και όχι την ελευθερία.
Ας πάρουμε ωστόσο, τα πράγματα με τη σειρά.
Συχνά πυκνά, ακούγεται ένας στίχος του Χέλντερλιν. Ενας ακρωτηριασμένος στίχος του: [...] Και προς τι να υπάρχουν ποιητές σε ένδειας τον καιρό;[...]
Ο στίχος αυτός, είναι ένας από τους περίπου εκατόν ογδόντα που οικοδομούν το εννέα ασμάτων-στροφών ποίημα Αρτος και Οίνος. Από μιαν άποψη, στο ποίημα αυτό, παρουσιάζεται ένα κρεσέντο -άσμα το άσμα- «ουσίας». Ωστόσο αυτό, εδώ, κατέχει θέση δευτερεύουσα. Πριν απ\' όλα, καλείται καθένας να δώσει μιαν απάντηση στο γιατί τόσο εύκολα, στις ημέρες μας, αποκόπτουμε τμήματα από ολόκληρα έργα, δημιουργώντας τσιτάτα˙ θα έλεγα μάλιστα, πως όσο απλοϊκή φαντάζει αυτή η διερώτηση τόσο περισσότερο, αυτός στον οποίον θα φαντάζει ως τέτοια, νοσεί από καθ\' αυτή την αιτία για την οποία διερωτόμαστε. Ενας τελεστής του τελικού αποτελέσματος που αναζητούμε, είναι πως τίποτε δεν λαμβάνεται στα σοβαρά. Υπάρχει μια υπέργεια επιρροή της «δικτατορίας της ατάκας» και μια μετουσιωμένη πλέον, σχεδόν καθολική αντίληψη, που με τίποτε δεν ασχολείται ως με ένα όλον ή ένα σώμα. Μάλλον δε, στοχεύει μανιωδώς στην αποσάθρωση και τον διαμελισμό και του ήδη διαμελισμένου ούτως ώστε, να χρησιμοποιεί σάρκες άλλων, για μπαλώματα των εμμονών του. Θα διασαφηνιστεί παρακάτω, πώς αυτή η μανία εμπλέκεται με τη «στράτευση» της αρχής του κειμένου.
Ο στίχος μιλάει για κάποια «ένδεια». Η μετάφραση που τον θέλει ως «...Ποιητές σε καιρούς χαλεπούς» είναι κάπως απατηλή. Εδώ, η «ένδεια» είναι βέλος καρφωμένο στο κέντρο του στόχου. Το ποίημα, όπως θα πρέπει να «χωνευτεί» από τον αναγνώστη, είναι εξ ολοκλήρου σύνθεση διαρκών ένθεων παραπομπών. Από άσμα σε άσμα, το Παν, ο Αιθέρας, οι Ουράνιοι κι ο Υιός του Θεού, αποτελούν την dominante της κλίμακας του ποιήματος, η αφήγηση του οποίου συνοψίζεται στη ρήξη της σχέσης του ανθρώπου με το Θείο και έτσι, τώρα πια «σπάνια μόνο μπορεί ο άνθρωπος ν\' αντέξει Πλήρωση θεϊκή». Δεν μας απασχολεί εδώ, η θεολογία του ποιητή. Δεν στοχεύω δε, ούτε στο να καταδείξω πως αποτελεί ποιητή μεταφυσικής πίστης. Κρατώ τις αναφορές του, ως ενσαρκώσεις οδών, που φρονούσε ότι οδηγούν στο ένα ή το άλλο ιδεατό. Στον έναν ή τον άλλον τόπο της ομορφιάς και πάλι, όχι για άλλον λόγο, αλλά για να εντοπίσω τι αποκαλεί ένδεια.
Ενδεια, είναι η ρήξη της σχέσης του ανθρώπου με το Θείο. Η στέρηση κάθε συμβόλου. Γνωρίζω, δεν μας αφορά. Ας εστιάσουμε όμως -χάριν έστω, εξοφλήσεως της κατάχρησης του στίχου του- στο τι ο Χέλντερλιν συμπεραίνει πως συνεπάγεται αυτή η ρήξη. «Θρήνος» και «Τέλος της Ημέρας»2. Επαγωγικά μάλιστα, από τον στίχο του 5ης στροφής -εκείνων οι χαρές την καρδιά του γεμίζουν- συμπεραίνει κανείς την «κενή καρδιά».
Ωστόσο, η φριχτή κατάχρηση του στίχου του δεν μας έχει δείξει ακόμη το μέγεθος της: ο Χέλντερλιν, «δεν ξέρω» λέει, «και προς τι να υπάρχουν ποιητές σε ένδειας τον καιρό;». Μιαν ανάγνωση της ερώτησης που θέτει: και εάν οι ποιητές μιλήσουν, ποιος θα εννοήσει, εάν ο έσω κόσμος των ανθρώπων έχει στερέψει; Δεν είναι δύσκολο όμως, να δώσει κανείς μιαν απάντηση σε αυτή τη διάσταση της ερώτησης και να πει πως η ελπίδα του «θρήνου» -ως αποτέλεσμα της ένδειας- είναι το ν\' αγγίζει κι ας μην εννοείται.
Οι μεταμορφώσεις όμως της ερώτησης, είναι πιο σκληρές: πώς μπορεί να υπάρξει ποιητής «κενής καρδιάς»; Μα γιατί αναρωτιόμαστε για ένα ενδεχόμενο που αποκλείει την ύπαρξή του ο Χέλντερλιν; Η διαστροφή των ημερών μας φανερώνει τη χυδαιότητα μας, μόνο στα μάτια εκείνου που θα αναλογιστεί πως σήμερα οι «ποιητές» πρεσβεύουν ακριβώς αυτά τα οποία κατά τον Χέλντερλιν ακυρώνουν το νόημα ύπαρξης του ποιητή: την απόλυτη πίστη στην ένδεια, δηλαδή, «ποίηση για να αποδείξουμε πως είναι ανύπαρκτοι οι λόγοι να γράφουμε ποίηση».
Αν δεχτούμε πως το πλαίσιο του θρήνου είναι εκείνο στο οποίο καλείται να συνθέσει ο ποιητής τώρα πια (του θρήνου που όσο πιο βαθιά ο ποιητής ταπεινώνεται ενώπιον της ουσίας του -θρηνείν- τόσο περισσότερο, κατά τον Σαραντάρη: δύναται να λάβει και τις πτυχές του τραγουδιού, έτσι ώστε στο σύνολό της η ποίηση να καταστεί ο λυρισμός, δηλαδή ο πιο πλέριος εαυτός μας), εάν λοιπόν δεχθούμε αυτο το πλαίσιο, καλούμαστε να εντοπίσουμε, κάποια κριτήρια για το πότε ο «θρήνος» αυτός αποτελεί το όντως «πλαίσιο» που προαναφέραμε, την ενθαδικότητα, δηλαδή, της ποίησης και πότε μια πρόφαση.
Θεματικά, η θέση της γυναίκας, η ομοφυλοφιλία και το ολοκαύτωμα -ως παραδείγματα- έχουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δώσει ποικίλα εναύσματα και κατευθύνσεις στην παγκόσμια ποίηση˙ αναπόφευκτα και καλώς. Εδώ όμως με απασχολούν στην προσωπική κλίμακα: του ποιητή. Ακριβώς για να εντοπίσει ο αναγνώστης αυτό που αναφέρθηκε ως «ουσία του θρηνείν». Ας κρατήσουμε έναν εκπρόσωπο της μιας ή της άλλης από τις τρεις περιπτώσεις - εκπρόσωπο με τη στενή έννοια της λέξης και όχι, «στενεύοντας» την -όποια- οικουμενικότητα του καθενός στα όρια της λέξης. Ιδού λοιπόν: η Ντίκινσον, ο Τσέλαν και ο Καβάφης. Το μείζον χαρακτηριστικό των τριών αυτών ποιητών είναι ότι ενέκυψαν υπαρξιακά επάνω στις «αφορμές» του θρήνου τους, συνεπώς. Δεύτερο χαρακτηριστικό και θα λέγαμε επόμενο του πρώτου, είναι εκείνο της ποιητικής αρχιτεκτονικής τους. Για την ακρίβεια, η ύπαρξη αρχιτεκτονικής -σύνθεσης- στο έργο τους. Βλέπει λοιπόν κανείς ένα οποιοδήποτε ποίημα του Τσέλαν που έζησε «στο πετσί του» το τερατώδες. Πόση αρχιτεκτονική; Πόση συνθετική δύναμη; Πόσο παντελής, η έλλειψη κι ενός ακόμη «υπερβολικού» στίχου... Διαβάζει κανείς Ντίκινσον˙ πάλι: αρχιτεκτονική, ακρίβεια, ισορροπία... ταπεινή ενώπιον της Ουσία του Θρήνου [(προσπαθεί και) διαβάζει κανείς Πλαθ: πού, το μηδέν άγαν...]. Και τέλος, ο Καβάφης˙ ας τον ορίσουμε αποφατικά: όλα εκείνα που ΔΕΝ είναι, όλοι όσοι προσπαθούν να τον παραμορφώσουν σε μασκότ του κλαμπ των δικαιούχων της σεξουαλικότητας... Και μπορεί άριστα να συνεχίσει κανείς: πότε οι ερωτύλικες γραφές και ο Ελύτης και πότε οι αστραπές των λιανοτράγουδων στις εξορίες του Ρίτσου, μακριά και πάνω από τα μουλιασμένα μας All star στα λασπόνερα της αξιοπρέπειας και της επένδυσης των πατρογονικών μας μετοχών στις χρηματιστηριακές φούσκες της εξέγερσης.
Αναφέραμε προηγουμένως τον Νίτσε. Εάν κάποιος δεν εθελοτυφλεί ως προς το ποιοι αποτελούν τη βασική «μάζα», το έρμα της σύγχρονης και πολλής ποιητικής παραγωγής, αν παρατηρήσει, τις ψευδαισθήσεις που τρέφει η θλιβερά συντριπτική πλειονότητά τους για τη γνώση που υποτίθεται ότι έχουν, σε όποια βαθμίδα της ακαδημαϊκής κλίμακας και αν βρίσκονται, εάν συμψηφίσει το πόσο εύκολο έχει γίνει στις ημέρες μας το να επαληθεύσει κανείς τον Γουόρχολ των «δεκαπέντε λεπτών δημοσιότητας» θα αντιληφθεί την επικαιρότητα των παρακάτω Νιτσεϊκών αναφορών: «[...] όσο το δυνατόν περισσότερη γνώση και μόρφωση˙ άρα: όσο το δυνατόν περισσότερη παραγωγή και όσο το δυνατόν περισσότερες ανάγκες, άρα: όσο το δυνατόν περισσότερη ευτυχία - κάπως έτσι είναι η συνταγή. [...] με αυτό το πρίσμα, η παιδεία θα μπορούσε περίπου να οριστεί ως η γνώση για το πώς θα κρατηθεί «στο ύψος της εποχής του», οι γνώσεις των μεθόδων με τις οποίες αποκτά κανείς όσο το δυνατόν πιο άκοπα το χρήμα, η κατοχή όλων των τρόπων με τους οποίους συντελείται η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους και τους λαούς...» [...] η κατ\' εξοχήν επομένως αποστολή της παιδείας θα ήταν να φτιάξει ανθρώπους με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πέραση - ακριβώς όπως λέμε ότι ένα νόμισμα «έχει πέραση» [...]». Γιατί... «κάθε παιδεία που απαιτεί τη μοναξιά, που βάζει στόχους πέρα από το χρήμα και την όποια απολαβή, που απαιτεί πολύν χρόνο, προκαλεί την απέχθεια».
Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε στην εποχή εκείνη που προβλέπει ότι θα τη χαρακτηρίζει «αποβαρβάρωση». Και, ω του θαύματος, βρισκόμαστε σε αυτό το στάδιο, χάριν -επι το πολύ- εκείνων που συχνάκις αναφέρονται στον Νίτσε για τους τετριμμένους, μπανάλ και σχεδόν «μικροκομματικούς» λόγους. Επιπλέον, ας είναι ξεκάθαρο πως αποτελεί απότοκο εύκολου ψέματος η άποψη εκείνου που υπολογίζει πως οι δύο παγκόσμιοι -και τόσοι άλλοι- πόλεμοι είναι οι βασικοί υπεύθυνοι. Η αποβαρβάρωση για την οποία μιλά, γίνεται τώρα, μετά τον τόσο εθισμό στην ευκολία και το επιφανειακό και μάλιστα στην εποχή αυτή που για την πλειονότητα εκείνων που την προκαλούν -την αποβαρβάρωση-, ισχύει η παρατήρηση του «περί μνησικακίας» για κάθε αποτυχημένον χριστιανό, παρά τη μανιώδη άρνησή του. Είναι επακριβώς τα χαρακτηριστικά που αποδίδει στη μνησικακία, τα ίδια χαρακτηριστικά που συναντά κανείς στις μάζες της «καταναλωτικής κοινωνίας» της οποίας βασική εμπορία αποτελεί και η τέχνη, ακριβώς για να την (ή, γιατί ήδη έχει) αδειάσει από τα μείζονα «φορτία της». Πώς έγινε αυτή η «μεταφορά» των χαρακτηριστικών; Είναι ο ίδιος «λαϊκός σαδισμός» ο οποίος όταν δεν «χτυπηθεί» από την παιδεία, παραμορφώνει το αληθινό, ώστε να χωρέσει στα όρια του ζωώδους. Είναι αυτός που τη ρηξικέλευθη ουσία του Χριστιανισμού, τη μετέβαλλε, τότε, σε ελέω ανθρώπου θεοκρατία και που τώρα, τις αχανείς εκτάσεις της ομορφιάς που εξερευνά η επιστήμη (και ας το \'χει κάνει μόλις στο 4 %) αντί να τις μετατρέψει σε επίγνωση της έννοιας του Κόσμου, την καταχράται ως άλλοθι μηδενισμού.
Είναι βεβαίως οξύμωρο να βλέπει κανείς την απολυτότητα με την οποία επιβάλλονται οι λογιών λογιών εικασίες ανθρωπιστικών και οικονομικών επιστημών, που εξάλλου είναι ευκολότατα απορριπτέες και μη ορθολογικά αποδείξιμες και να επιβάλλονται γιατί, τελικά, οι ίδιες οι μάζες, «της ευκολίας» και της ακόπιαστης τέχνης και επιστήμης, ζητούν μέσα στον «λαϊκό σαδισμό τους», μέσα στο vulgare και το χυδαίο του χαρακτήρα τους, ένα άλλοθι για να ενδώσουν στην ευκολία του ζωώδους και την εκ των πραγμάτων,ανευθυνότητα του μηδενός. Οξύμωρο δε, όταν τους βάλει απέναντι σε μακροχρόνιους, αληθινούς εργάτες του ορθού λόγου που ισχυρίζονται πως: «τα μαθηματικά αφορούν βασικά το συγκεκριμένο ιδεώδες της Αληθειας. Ο ίδιος ο Πλάτων θα επέμενε ότι υπάρχουν δύο ακόμη θεμελιώδη απόλυτα ιδεώδη, το Ωραίο και το Καλό. Δεν είμαι καθόλου αντίθετος στο να υπάρχουν τέτοια ιδεώδη και ο Πλατωνικός κόσμος να επεκταθεί έτσι ώστε να περιέχει όλα τα «απόλυτα» αυτής της φύσης»3. Να όμως, οι λόγοι για τους οποίους-λαμβάνοντας υπόψη και τη ρήση του Ρεμπό περί αντικαταστάσεως των δεισιδαιμονιών της θρησκείας από την επιστήμη - το τσούρμο των τελευταίων γενεών, μέσω της αυταπάτης ότι, τελικά, κατορθώνουν έναν βαθμό παιδείας, λιπαίνουν με τις υπάρξεις τους το γρανάζι του μηδενισμού. Συνεχίζει ο Νίτσε: «Σε ορισμένες χώρες είναι τόσο έντονη η ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας καταπίεσης εκ μέρους της θρησκείας και τόσο συγκεκριμένος ο φόβος για τις συνέπειές της, ώστε όλες οι κοινωνικές τάξεις στρέφονται με λαχτάρα στην παιδεία (όπως την περιέγραψε παραπάνω) και ρουφούν εκείνα ακριβώς τα στοιχεία της που έχουν τη δύναμη να διαλύουν τα θρησκευτικά ένστικτα». Εδώ, δεν μας απασχολεί η θρησκεία. Αλλά απενοχοποιημένα -όπως αρέσκονται οι μέρες μας- να μην φοβηθούμε να δούμε ότι πάλι, επ\' αφορμής του κινδύνου που αναφέρει ο Νίτσε, αυτά ενάντια των οποίων στρέφεται κάθε κοινωνική τάξη είναι αυτά που όταν χαθούν, προκαλούν τη Χελντερλιανήένδεια.
Αν εστιάσουμε έτι περαιτέρω στην ελληνική περίπτωση, βρίσκουμε πως οι παράγοντες είναι περισσότεροι. Οι παράγοντες που συντελούν σε αυτή την ανοχή, στην απροκάλυπτα άθλια ποίηση που γράφεται και που, στις περιπτώσεις που είναι μέτρια ή κακή, θα ήταν αποδεχτή αλλά ακόμη και τότε, μόνο όταν θα απουσίαζε αυτή η τάση των κρατικών όντων να την επιβάλλουν όχι μόνο ως αποδεχτή, αλλά ως μόνη, ως sine qua non της σύγχρονης λογοτεχνίας μας και να επιδιώκουν με κάθε μέσον την ανάδειξή της ως σημείο αναφοράς για κάθε άλλο κρατικό ον εν εξελίξει όπως τα αναφέραμε, οι παράγοντες αυτοί, έχουν συνήθως, ως μεγαλύτερο όπλο, στα πρώτα στάδια της καριέρας αυτών των πλασμάτων, την εκούσια ή ακούσια, παντελή έλλειψη αξιοπρέπειας κάθε ατόμου, του κάθε υποσυνόλου του ιδίου βέβαια στρατοπέδου: του κακού -με όση διαμεσολάβηση, αναξιοπρέπεια, υστεροβουλία και τελικά γελοιότητα και αυταπάτη χρειάζεται να σε διακρίνει, για να στρατευτείς και να απομυζήσεις από αυτό- φευ, τι πλην ματαιοδοξίας;
Το στρατόπεδο αυτό, η στράτευση αυτή, ταυτίζεται με το κέντρο του εαυτού του. Κάθε ένας που βρίσκεται σε αυτό, μόνο ως ψευδαίσθηση φρονεί πως κινείται αριστερόθεν ή δεξιόθεν. Ο πολιτισμός, τελών υπό την ένδεια του Χέλντερλιν, μοιάζει με ένα χαλασμένο ρολόι που είτε προς τα αριστερά, είτε προς τα δεξιά κινήσει τους δείκτες του με τη βία, βρίσκεται εκτός -τόπου και- χρόνου.
Εστιάζοντας λοιπόν στη ελληνική περίπτωση, κρατάμε από τη μια την προσθήκη του Νίτσε σε όσα μεταγράψαμε παραπάνω -«Οσο περισσότερους τέτοιους ανθρώπους με πέραση διαθέτει ένας λαός τόσο πιο ευτυχισμένος (θα πρέπει) να είναι»4- και από την άλλη, εκείνη την άποψη του Χάιντεγκερ: «Ο άνθρωπος ομιλεί κατ' αρχάς, και μόνον, στον βαθμό που συστοιχεί με τη γλώσσα [...]».
Υπό του πνεύματος το οποίο περιγράφει ο Νίτσε, καταλήγοντας στην άρτι προαναφερθείσα φράση του και λαμβάνοντας και πάλι υπόψη την «πάστα» της πλειονότητας της αγέλης των σημερινών «ποιητών», καταλαβαίνει καθένας γιατί συναντά σε αυτούς μια παντελή έλλειψη προσωπικότητας. Ελλειψη που εκδηλώνεται στην αμετρία(για να θυμηθούμε τρόπον τινά την dismisura του Ungaretti) των στίχων τους, είτε ως καρκίνωμα επί της ελληνικότητας είτε ως καρκίνωμα επί της αδελφοσύνης των λαών. Αφού κανείς δεν προσποιηθεί πως δεν τα αντιλαμβάνεται αυτά, το απόσπασμα του Χάιντεγκερ μοιάζει με ένα αβίαστο μαθηματικό αποτέλεσμα για τα καθ' ημάς: «Ο άνθρωπος ομιλεί κατ' αρχάς, και μόνον, στον βαθμό που συστοιχεί με τη γλώσσα». Μα η γλώσσα αυτή, από τον Ομηρο στα πρώτα πρώτα Δόξα σοι, είναι ολοκληρωτικά απαρνημένη˙ μάλιστα, με τρόπο που μάλλον πουθενά αλλού δεν θα συναντήσουμε όμοιο, σε συμπλεγματικότητα και υστερία. Μαζί με αυτή, βεβαιότατα, είναι απαρνημένα όλα τα άλλα στοιχεία που αποτελούν τις πρώτεςέλξεις του ανθρώπινου όντος για συλλογικότητα: της εκάστοτε Ιστορίας. Στοιχείων οντολογικών. Ουσίας˙ δίχως τα οποία αποκλείονται και τα υποτυπώδη στοιχεία μιας ταυτότητας πολιτισμού. Ο Χάιντεγκερ, μιλώντας γι' αυτή την ίδια ουσία -με και δια της οποίας, λέει πως ο ποιητής μιλά για λογαριασμό της εκάστοτε γλώσσας του-γράφει:
«Στην ποίηση συμβαίνει κατά τρόπο ιδιάζοντα η λήψη του μέτρου. Η ποίηση είναι, με την πιο στενή έννοια του όρου, "λήψη μέτρου", ενέργεια μέσω της οποίας -και μόνον αυτής- ο άνθρωπος δεξιώνεται το μέτρο για όλο το μέγεθος της ουσίας του. [...] Το μέτρο συνίσταται στον τρόπο με τον οποίον ο θεός, παραμένοντας άγνωστος, αποκαλύπτεται από τον ουρανό ως τέτοιος [...] παράξενο μέτρο, μέτρο που, όπως φαίνεται, προξενεί σύγχυση στους θνητούς με τις τρέχουσες παραστάσεις που έχουν για τα πράγματα, άβολο για την κοινή γνώμη, που ευλόγως θέλει να κατανοήσει τα πάντα και η οποία λαμβάνει τον εαυτό της ως πρότυπο μέτρο για κάθε σκέψη και κάθε διαλογισμό [...] να βρεθεί σε συνείδηση τέτοια [...] ώστε η καρδιά να στρέφεται προς το μέτρο [...]»5.
Απούσης της ουσίας, εκλείπει η γλώσσα6. Εκλιπούσης της γλώσσας -στο ένα της πεδίο- η προδιάθεση για εκφορά λόγου ή, καλύτερα, το εκφέρεσθαι της ύπαρξης παραμένει. Συγκεχυμένο βέβαια εν τη απουσία της Ουσίας και της Ταυτότητας, μιλά δίχως «κέντρο βάρους» και, ως θύμα, πάλι, ακόμη κι όταν φαντάζει να πρωτοστατεί σε εξεγέρσεις- μόνο των «διευκολύνσεων» του μοντερνισμού7 μας κάνει να διερωτόμαστε μαζί με τον Λιοτάρ: «Ποιος μεταδίδει; Τι; Σε ποιον; Με τι μέσον; Με ποια μορφή; Με ποιο αποτέλεσμα;»8.
Οντας οι ποιητές, πρεσβευτές της απροσωπίας και της ένδειας και συνιστώντας, μολαταύτα, τις χορδές της κοινωνίας εκείνες που θα μπορούσαν να παράξουν επακριβώς τη μοναδική συγχορδία -της εκάστοτε κοινωνίας- ώστε να οδηγήσουν τελικά στη σύνθεση του μέλους της υφηλίου, ο λόγος, καταντά βόμβος και, ενώ πολλοί φαντασιοκοπούν πως αποτελεί τον αχό μιας επανάστασης προς την αδελφοσύνη, χρησιμοποιείται9 τελικά από το ίδιο το σύστημα στο πρόγραμμά του.
Είναι μάλλον η δειλία. Παρά τους λεονταρισμούς της ποίησης της νίκης...

Παραπάνω, αναφέρθηκε η ουσία του θρηνείν. Οποια κι αν είναι η πληγή, μόνο η υπαρξιακή της αντιμετώπιση γεννά ποίηση και, αλίμονο όχι, η οποιαδήποτε ρητορική. Να, ο μείζον θρήνος της σύγχρονης ποίησης: 


«Μια νύχτα, πήρα την ομορφιά στα γόνατα μου και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα…». 



Ας μην προτρέξει κανείς. Εστιάζοντας στα δύο κορυφαία (και τελευταία) έργα του, αυτός, μπορεί να θεωρηθεί ο πρώτος στίχος του Ρεμπό˙ κι όμως, έπονται τα δύο κορυφαία έργα του. Η ένδεια του Χέλντερλιν είχε εγκαθιδρυθεί και ο Ρεμπό που συνεχίζει: 



«...μιζέρια, μίσος, είστε 'σεις που θα διαφυλάξετε τον θησαυρό μου» 



υπήρξε γέννημα αυτής της ένδειας η οποία, συνίσταται στο ότι δεν αφήνει χώρο για την ομορφιά. Η ένδεια αυτή είναι ένα στένεμα. Της καρδιάς.

Ο «θησαυρός» του αυτός, είναι η Ουσία που ανέφερε ο Χάιντεγκερ˙ είναι η καρδιά που, καθόσον υπάρχει σχεδόν καθολική, κοινωνική απόφαση για ένδειαόπως την ορίζει ο Χέλντερλιν, δεν έχει «τόπο» ανάμεσα σε αυτό το είδος κοινωνιών - κανένας θησαυρός. Καμία καρδιά. Αν όχι λοιπόν στην ομορφιά, που αφήνεται, από ποιον καταλαμβάνεται και ποιος καταχράται τον «θησαυρό μας»; Η μιζέρια και το μίσος. Το λέει ο Ρεμπό.
Το «μίσος» (haine), είναι η αιτία της «στράτευσης» που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, και στην περίπτωση μας καλούμαστε, δυστυχώς, να εντοπίσουμε στρατευμένους εξαιτίας αυτού, τους ποιητές. Οχι βέβαια τους άξιους λόγου ποιητές πλην, οπωσδήποτε ταλαντούχους ποιητές που «καίγοντας» τη χελντερλιανή ουσία της ποίησης, ας πούμε «αγλωττίζονται» και βομβούν εκεί οπού θα έλεγαν. Πολλοί εξ αυτών, πλάσματα του καιρού τους, αποτελούν στον χώρο αυτής της έκφανσης του πολιτισμού, στον χώρο της λογοτεχνίας, κρατικά όντα που με κάθε τρόπο και μέσον επιζητούν μιαθέση κεφαλής σ' ένα από τα ήδη έτοιμα -και αποτυχημένα- στρατόπεδα του ιδίου ωστόσο βασιλείου: της ανθρωποφαγίας. Μιας ανθρωποφαγίας, τόσο ευέλικτης και ταχύτατης στη μεταδοτικότητά της «κοινωνικά», που μόνο η «συναπόφασή» της, όπως κατ\' επανάληψη την αναφέραμε, από το σύνολο σχεδόν των κοινωνιών, μπορεί να τη δικαιολογήσει.
Οι έννοιες κρατικό ον και θέση κεφαλής, βεβαίως, αποτελούν ό,τι κατά τον Scheler θα μπορούσε να αποκαλεστεί «συνειδησιακή υπόσταση της κεφαλαιοκρατίας» την οποία -κεαφαλαιοκρατία- την αναλύει ως, πριν από όλα,«στάση συνείδησης»10 που δεν προσιδιάζει σε κάποια τάξη ή σύστημα. Και η ποίηση λοιπόν -η κατ’ όνομα- έχει καταστεί μια ακόμη οδός την οποία ένακρατικό ον τη χρησιμοποιεί για να ανέλθει σε μια θέση κεφαλής και να ικανοποιήσει τη δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη (μοιάζει να είναι κατά πολύ συχνότερη) κεφαλαιοκρατική του συνείδηση, με το αντίστοιχο κάθε φορά ρεπερτόριο στίχων και άρθρων.
Ποια όμως είναι η οντολογική προσέγγιση τού γιατί τελικά γίνονται αυτές οι κινήσεις; Ο απώτερος σκοπός είναι η απομόνωση σε μια θέση οπού το φαντασιακό -αφού πρώτα αντικαταστήσει τη ζώσα συνείδηση εξαπατώντας την με συχνότατες αναφορές ή σπασμωδικές εκ του ασφαλούς πράξεις κοινωνικής ευαισθησίας- οπού το φαντασιακό, λοιπόν, θα μένει αδιατάρακτο από τη φωνή του ιδίου κοινωνικού όντος και από τις λοιπές κοινωνικές βοές από τα εν εξελίξει κρατικά όντα, που ανέρχονται, ματαιοδοξούν, εμπλέκονται και συγκρούονται για τον τίτλο του ζενίθ του ερέβους λησμονώντας, ο ίδιος ο άνθρωπος τελικά, μέσω μιας προσυμφωνημένης στρατηγικής της παραίσθησης -της ηδονής και του μηδενός- τα πρωτόπλαστα υπαρξιακά του χαρίσματα.

Οι κοινωνίες έχουν επιλέξει το χάος. Και η ποίηση, το μέτρο. Βέβαιο είναι πως η ανθρωπότητα πορεύεται προς τη συντριβή του «ατόμου της» και κάτω από το φως που εκ των πραγμάτων θα προκύψει, θα χαρτογραφήσει ξανά την οντολογία της, ενώ μη ελπίζοντας -παρά μόνο ασυνείδητα- αυτή τη διάσπαση, μιλά για άλλες˙ εκρήξεις ανακυκλώσιμες εντός κάλαθων αποτυχίας, αντί να αποφύγει το μείζον επερχόμενο που μόνο ο Θεός γνωρίζει πόσες ζωές και ντροπή, για μιαν ακόμη φορά, θα της κοστίσει.


Σημειώσεις
1. Ίω.5:44)
2. […Αφού πια ο Πατέρας απέστρεψε το πρόσωπο απ’ τους ανθρώπους-και δίκαια άρχισε πάνω στη γη ο θρήνος[…] κτλ] Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Ποιήματα, μτφ.: Δ.Θ.Γκότση, Εκδόσεις Αρμός.
3. Roger Penrose, Αναζητώντας την πραγματικότητα, μτφ. Βασιλική Πετροπούλου - Γιώργος Δούλης, Εκδόσεις Γκοβόστη.
4. Σωτήρη Γουνελά, Η κρίση του πολιτισμού, Εκδόσεις Αρμός - Φρήντριχ Νίτσε,Μαθήματα για την παιδεία, Μετ.- Προλ.-Σημ.: Ν. Σκουτερόπουλος, Εκδόσεις Ροές.
5. Martin Heidegger, «...Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος...», μτφ.: Ιωάννα Αβραμίδου, Εκδόσεις Πλέθρον.

6. Εννοείται πως αναφερόμαστε στη γλώσσα, όπως και ο Χαιντεγκερ, υπονοώντας την σε αμφότερα τα πεδία της: πρώτον, ως στοιχειό του ανθρώπου, ως ον Λόγου - ομιλείν. Δεύτερον, ως κοινό εννοιολογικό φορτίο, με φορέα του τον εκάστοτε λαό.  
7. Και όχι μέτοχο, όσων θετικών προσέφερε.
8. Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφ.: Κωστής Παπαγιώργης, Εκδόσεις Γνώση.
9. idem.

10. Βλ. Michel Lallement, Ιστορία των κοινωνιολογικών ιδεών, μτφ.: Μπάμπης Λυκούδης, Μεταίχμιο.