δόξα παρ'αλλήλων λαμβάνοντες....[1]
Διακρίνεται σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού, ένα είδος
στράτευσης˙ σε τέτοιον βαθμό συναποφασισμένης που,
η μεν ομολογία της να είναι περιττή -καθόσον, έχει καταστεί κοινός τόπος- η δε
ύπαρξή της, πότε να επιβουλεύεται και πότε να καταλαμβάνει, εξ ολοκλήρου, τη
θέση της μεταφυσικής. Να αποτελεί, με άλλα λόγια, τη μυθολογία της εποχής μας
που, συντετριμμένου πια του μεγαλυτέρου τμήματος κάθε ιδεώδους περί ωραιότητας,
να εξαναγκάζει το φέρεσθαι [την ύπαρξη] και το εκφέρεσθαι [την έκφραση της ύπαρξης] του
ανθρώπινου πλάσματος, να αποδέχεται τον σουρεαλισμό του κακού.
Ενα συνεπόμενο χαρακτηριστικό της «στράτευσης» αυτής, είναι η αντιδημοκρατική
τάση που εκ των πραγμάτων θα χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά καθενός που θα έκανε την
απόπειρα να την αντιμετωπίσει. Λέω, δηλαδή, πως η στράτευση αυτή, είναι η κοινή
απόφαση σχεδόν
ολόκληρου του πληρώματος των κυρίαρχων κοινωνιών (;) και πολιτισμών (;) της
εποχής. Κάθε λαού. Ολων των στρωμάτων˙ και όλων των τάξεων.
Η βασική κοινωνιολογική «κίνηση»
που εντοπίζει κανείς παρατηρώντας την, είναι -η κίνηση- εκείνη που προκύπτει
από τη διεκδίκηση «θέσης αντί θέσεως»εντός πάντοτε των πλαισίων-στρατοπέδου του
κακού. Θέσεως κεφαλής. Θέσεως όλο και πιο απόλυτης -με κάθε τρόπο αποκτημένης-
εξουσίας, ώστε στην απομόνωσή της, στην απομονωμένη τοποθεσία της, ο χαρακτήρας
τουΟντος του Κράτους που αποκτά ο άνθρωπος μέσω της κάθεπροσυμφωνημένης πάλης στην κωμικοτραγικά λυσσαλέα
καριέρα του μέσα σε αυτό το πεδίον μάχης, να του παρέχει τη -θλιβερή-
ψευδαίσθηση πως θα μείνει αλώβητος από την όποια κρίση.
Μάλιστα το «αδιατάρακτο» του απομονωμένου του Dasein, διασφαλίζεται, σε αυτή τη
περίπτωση -των κατορθωμένων θέσεων κεφαλής- και μέσω των
αλλεπάλληλων αναφορών στις καταστάσεις που «βασανίζουν» κάποιους εκ των
υπολοίπων, τουτέστιν με ψευδεπίγραφες κοινωνικές ευαισθησίες. Αναφορές δηλαδή,
που προφασίζονται την ύπαρξη κοινωνικού όντος και στις δύο πλευρές: στη θέσηκεφαλής και στη θέση μέλους ενώ στην πραγματικότητα, στην
πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα ολοκληρωμένο κρατικό ον και στη δεύτερη, με ένα εν εξελίξει. Σαφές δε είναι, πως κάθε
φτασμένη κρατική οντότητα, θέλει
πάντα μία τουλάχιστον θέση «κάτω» από τη δική της, την τελική -θέση- της
θλιβερής, απρόσωπης ετερότητας, του εν εξελίξει κρατικού
όντος, το οποίο αποδέχτηκε και εν τέλει, δι-όρισε τη θέση του
πρώτου, ως θέση κεφαλής και προτύπου.
Oμως, τι ορίζουμε ως «κρατικό
ον»; Κάθε άνθρωπο που ορέγεται θέση ισχύος, σε έναν -όποιον- τομέα έκφρασης του
ανθρώπινου πολιτισμού (από την τέχνη έως την πολιτική), με οιονδήποτε τρόπο και
οποιαδήποτε μέθοδο εκπορεύονται από την έννοια Κράτος,
για τους λόγους που μπορεί να επιθυμήσει τις θέσεις κεφαλής ένας φιλο-Κρατικός και
με τη συνεκδοχική συμπεριφορά του Κράτους. Τι σημαίνει «διεκδίκηση "θέσης
αντί θέσεως"». Σημαίνει θέση ισχυρότερη από τη θέση που
προείχα. Θέση επιρροής ισχυρότερης από εκείνη που κατείχα. Βεβαίως, θέση στον
κλάδο που για τον έναν ή τον άλλον λόγο, το εκάστοτε ίδιον φαντασιακό,
ηδύνεται:
Ο «βιαστικός» πτυχιούχος των
μαθηματικών, στον άμβωνα ενός κακοφορμισμένου ορθολογισμού, ένας εξ-αγοραστής
(με τον έναν ή τον άλλον τρόπο) του τάδε ή δείνα μεταπτυχιακού επί των
κοινωνικών επιστημών, στη λίστα των βασικών κλειδαρίθμων-δουρείων ίππων, για τη
διάνοιξη της πύλης που άγει στον εξευτελισμό των ανθρωπιστικών επιστημών...
Ο κατάλογος μακρύς. Προβλεφθείς
δε, και από τον Νίτσε. Μα, τι μας μέλλει σ\' ένα κείμενο για την ποίηση; Είπαμε
ήδη, απ\' αρχής, πως η στράτευση αυτή παρατηρείται «σε όλες τις εκφάνσεις του
πολιτισμού». Ήτοι ναι, και στην ποίηση. Αλλά, ποια είναι αυτή η στράτευση;
Χαρακτηριστικά της, είναι ότι γυρεύει διεστραμμένα την ισχύ - συνεπώς, μια
διεστραμμένη ισχύ. Την ισχύ και όχι τη δικαιοσύνη. Το δικαίωμα και όχι την ελευθερία.
Ας πάρουμε ωστόσο, τα πράγματα
με τη σειρά.
Συχνά πυκνά, ακούγεται ένας
στίχος του Χέλντερλιν. Ενας ακρωτηριασμένος στίχος του: [...]
Και προς τι να υπάρχουν ποιητές σε ένδειας τον καιρό;[...]
Ο στίχος αυτός, είναι ένας από
τους περίπου εκατόν ογδόντα που οικοδομούν το εννέα ασμάτων-στροφών ποίημα Αρτος
και Οίνος. Από μιαν άποψη, στο ποίημα αυτό, παρουσιάζεται ένα
κρεσέντο -άσμα το άσμα- «ουσίας». Ωστόσο αυτό, εδώ, κατέχει θέση δευτερεύουσα.
Πριν απ\' όλα, καλείται καθένας να δώσει μιαν απάντηση στο γιατί τόσο εύκολα,
στις ημέρες μας, αποκόπτουμε τμήματα από ολόκληρα έργα, δημιουργώντας τσιτάτα˙
θα έλεγα μάλιστα, πως όσο απλοϊκή φαντάζει αυτή η διερώτηση τόσο περισσότερο,
αυτός στον οποίον θα φαντάζει ως τέτοια, νοσεί από καθ\' αυτή την αιτία για την
οποία διερωτόμαστε. Ενας τελεστής του τελικού αποτελέσματος που αναζητούμε,
είναι πως τίποτε δεν λαμβάνεται στα σοβαρά. Υπάρχει μια υπέργεια επιρροή της
«δικτατορίας της ατάκας» και μια μετουσιωμένη πλέον, σχεδόν καθολική αντίληψη,
που με τίποτε δεν ασχολείται ως με ένα όλον ή ένα σώμα.
Μάλλον δε, στοχεύει μανιωδώς στην αποσάθρωση και τον διαμελισμό και του ήδη
διαμελισμένου ούτως ώστε, να χρησιμοποιεί σάρκες άλλων, για μπαλώματα των
εμμονών του. Θα διασαφηνιστεί παρακάτω, πώς αυτή η μανία εμπλέκεται με τη «στράτευση»
της αρχής του κειμένου.
Ο στίχος μιλάει για κάποια
«ένδεια». Η μετάφραση που τον θέλει ως «...Ποιητές σε καιρούς χαλεπούς» είναι
κάπως απατηλή. Εδώ, η «ένδεια» είναι βέλος καρφωμένο στο κέντρο του στόχου. Το
ποίημα, όπως θα πρέπει να «χωνευτεί» από τον αναγνώστη, είναι εξ ολοκλήρου
σύνθεση διαρκών ένθεων παραπομπών. Από άσμα σε άσμα, το Παν, ο Αιθέρας, οι
Ουράνιοι κι ο Υιός του Θεού, αποτελούν την dominante της κλίμακας του ποιήματος, η αφήγηση
του οποίου συνοψίζεται στη ρήξη της σχέσης του ανθρώπου με το Θείο και έτσι,
τώρα πια «σπάνια μόνο μπορεί ο άνθρωπος ν\'
αντέξει Πλήρωση θεϊκή». Δεν
μας απασχολεί εδώ, η θεολογία του ποιητή. Δεν στοχεύω δε, ούτε στο να καταδείξω
πως αποτελεί ποιητή μεταφυσικής πίστης. Κρατώ τις αναφορές του, ως ενσαρκώσεις
οδών, που φρονούσε ότι οδηγούν στο ένα ή το άλλο ιδεατό. Στον έναν ή τον άλλον
τόπο της ομορφιάς και πάλι, όχι για άλλον λόγο, αλλά για να εντοπίσω τι
αποκαλεί ένδεια.
Ενδεια, είναι η ρήξη της σχέσης
του ανθρώπου με το Θείο. Η στέρηση κάθε συμβόλου. Γνωρίζω, δεν μας αφορά. Ας
εστιάσουμε όμως -χάριν έστω, εξοφλήσεως της κατάχρησης του στίχου του- στο τι ο Χέλντερλιν συμπεραίνει πως
συνεπάγεται αυτή η ρήξη. «Θρήνος» και «Τέλος της Ημέρας»2.
Επαγωγικά μάλιστα, από τον στίχο του 5ης στροφής -εκείνων οι χαρές την καρδιά του γεμίζουν-
συμπεραίνει κανείς την «κενή καρδιά».
Ωστόσο, η φριχτή κατάχρηση του
στίχου του δεν μας έχει δείξει ακόμη το μέγεθος της: ο Χέλντερλιν, «δεν
ξέρω» λέει, «και προς τι να υπάρχουν ποιητές σε ένδειας τον καιρό;». Μιαν ανάγνωση της ερώτησης που θέτει:
και εάν οι ποιητές μιλήσουν, ποιος θα εννοήσει, εάν ο έσω κόσμος των ανθρώπων
έχει στερέψει; Δεν είναι δύσκολο όμως, να δώσει κανείς μιαν απάντηση σε αυτή τη
διάσταση της ερώτησης και να πει πως η ελπίδα του «θρήνου» -ως αποτέλεσμα της
ένδειας- είναι το ν\' αγγίζει κι ας μην εννοείται.
Οι μεταμορφώσεις όμως της
ερώτησης, είναι πιο σκληρές: πώς μπορεί να υπάρξει ποιητής «κενής καρδιάς»; Μα
γιατί αναρωτιόμαστε για ένα ενδεχόμενο που αποκλείει την ύπαρξή του ο
Χέλντερλιν; Η διαστροφή των ημερών μας φανερώνει τη χυδαιότητα μας, μόνο στα
μάτια εκείνου που θα αναλογιστεί πως σήμερα οι «ποιητές» πρεσβεύουν ακριβώς
αυτά τα οποία κατά τον Χέλντερλιν ακυρώνουν το νόημα ύπαρξης του ποιητή: την
απόλυτη πίστη στην ένδεια, δηλαδή, «ποίηση
για να αποδείξουμε πως είναι ανύπαρκτοι οι λόγοι να γράφουμε ποίηση».
Αν δεχτούμε πως το πλαίσιο του
θρήνου είναι εκείνο στο οποίο καλείται να συνθέσει ο ποιητής τώρα πια (του
θρήνου που όσο πιο βαθιά ο ποιητής ταπεινώνεται ενώπιον της ουσίας του -θρηνείν-
τόσο περισσότερο, κατά τον Σαραντάρη: δύναται να λάβει και τις πτυχές του
τραγουδιού, έτσι ώστε στο σύνολό της η ποίηση να καταστεί ο λυρισμός, δηλαδή ο
πιο πλέριος εαυτός μας), εάν λοιπόν δεχθούμε αυτο το πλαίσιο, καλούμαστε να
εντοπίσουμε, κάποια κριτήρια για το πότε ο «θρήνος» αυτός αποτελεί το όντως
«πλαίσιο» που προαναφέραμε, την ενθαδικότητα, δηλαδή, της ποίησης και πότε μια
πρόφαση.
Θεματικά, η θέση της γυναίκας, η
ομοφυλοφιλία και το ολοκαύτωμα -ως παραδείγματα- έχουν, με τον έναν ή τον άλλον
τρόπο, δώσει ποικίλα εναύσματα και κατευθύνσεις στην παγκόσμια ποίηση˙
αναπόφευκτα και καλώς. Εδώ όμως με απασχολούν στην προσωπική κλίμακα: του
ποιητή. Ακριβώς για να εντοπίσει ο αναγνώστης αυτό που αναφέρθηκε ως «ουσία του
θρηνείν». Ας κρατήσουμε έναν εκπρόσωπο της μιας ή της άλλης από τις τρεις
περιπτώσεις - εκπρόσωπο με τη στενή έννοια της λέξης και όχι, «στενεύοντας» την
-όποια- οικουμενικότητα του καθενός στα όρια της λέξης. Ιδού λοιπόν: η
Ντίκινσον, ο Τσέλαν και ο Καβάφης. Το μείζον χαρακτηριστικό των τριών αυτών
ποιητών είναι ότι ενέκυψαν υπαρξιακά επάνω στις «αφορμές» του θρήνου τους,
συνεπώς. Δεύτερο χαρακτηριστικό και θα λέγαμε επόμενο του πρώτου, είναι εκείνο
της ποιητικής αρχιτεκτονικής τους. Για την ακρίβεια, η ύπαρξη αρχιτεκτονικής
-σύνθεσης- στο έργο τους. Βλέπει λοιπόν κανείς ένα οποιοδήποτε ποίημα του
Τσέλαν που έζησε «στο πετσί του» το τερατώδες. Πόση αρχιτεκτονική; Πόση
συνθετική δύναμη; Πόσο παντελής, η έλλειψη κι ενός ακόμη «υπερβολικού»
στίχου... Διαβάζει κανείς Ντίκινσον˙ πάλι: αρχιτεκτονική, ακρίβεια,
ισορροπία... ταπεινή ενώπιον της Ουσία του Θρήνου [(προσπαθεί και) διαβάζει
κανείς Πλαθ: πού, το μηδέν άγαν...]. Και τέλος, ο Καβάφης˙ ας τον ορίσουμε
αποφατικά: όλα εκείνα που ΔΕΝ είναι, όλοι όσοι προσπαθούν να τον παραμορφώσουν
σε μασκότ του κλαμπ των δικαιούχων της σεξουαλικότητας... Και μπορεί άριστα να
συνεχίσει κανείς: πότε οι ερωτύλικες γραφές και ο Ελύτης και πότε οι αστραπές
των λιανοτράγουδων στις εξορίες του Ρίτσου, μακριά και πάνω από τα μουλιασμένα
μας All star στα λασπόνερα της αξιοπρέπειας και της επένδυσης των πατρογονικών
μας μετοχών στις χρηματιστηριακές φούσκες της εξέγερσης.
Αναφέραμε προηγουμένως τον
Νίτσε. Εάν κάποιος δεν εθελοτυφλεί ως προς το ποιοι αποτελούν τη βασική «μάζα»,
το έρμα της σύγχρονης και πολλής ποιητικής παραγωγής, αν παρατηρήσει, τις
ψευδαισθήσεις που τρέφει η θλιβερά συντριπτική πλειονότητά τους για τη γνώση
που υποτίθεται ότι έχουν, σε όποια βαθμίδα της ακαδημαϊκής κλίμακας και αν
βρίσκονται, εάν συμψηφίσει το πόσο εύκολο έχει γίνει στις ημέρες μας το να επαληθεύσει
κανείς τον Γουόρχολ των «δεκαπέντε λεπτών δημοσιότητας» θα αντιληφθεί την
επικαιρότητα των παρακάτω Νιτσεϊκών αναφορών: «[...] όσο το δυνατόν περισσότερη
γνώση και μόρφωση˙ άρα: όσο το δυνατόν περισσότερη παραγωγή και όσο το δυνατόν
περισσότερες ανάγκες, άρα: όσο το δυνατόν περισσότερη ευτυχία - κάπως έτσι
είναι η συνταγή. [...] με αυτό το πρίσμα, η παιδεία θα μπορούσε περίπου να
οριστεί ως η γνώση για το πώς θα κρατηθεί «στο ύψος της εποχής του», οι γνώσεις
των μεθόδων με τις οποίες αποκτά κανείς όσο το δυνατόν πιο άκοπα το χρήμα, η
κατοχή όλων των τρόπων με τους οποίους συντελείται η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους και τους
λαούς...» [...] η κατ\' εξοχήν επομένως αποστολή της παιδείας θα ήταν να
φτιάξει ανθρώπους με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πέραση - ακριβώς όπως λέμε ότι ένα νόμισμα
«έχει πέραση» [...]». Γιατί... «κάθε παιδεία που απαιτεί τη μοναξιά, που βάζει
στόχους πέρα από το χρήμα και την όποια απολαβή, που απαιτεί πολύν χρόνο,
προκαλεί την απέχθεια».
Είναι σαφές ότι βρισκόμαστε στην
εποχή εκείνη που προβλέπει ότι θα τη χαρακτηρίζει «αποβαρβάρωση». Και, ω του
θαύματος, βρισκόμαστε σε αυτό το στάδιο, χάριν -επι το πολύ- εκείνων που
συχνάκις αναφέρονται στον Νίτσε για τους τετριμμένους, μπανάλ και σχεδόν
«μικροκομματικούς» λόγους. Επιπλέον, ας είναι ξεκάθαρο πως αποτελεί απότοκο
εύκολου ψέματος η άποψη εκείνου που υπολογίζει πως οι δύο παγκόσμιοι -και τόσοι
άλλοι- πόλεμοι είναι οι βασικοί υπεύθυνοι. Η αποβαρβάρωση για την οποία μιλά,
γίνεται τώρα, μετά τον τόσο εθισμό στην ευκολία και το επιφανειακό και μάλιστα
στην εποχή αυτή που για την πλειονότητα εκείνων που την προκαλούν -την
αποβαρβάρωση-, ισχύει η παρατήρηση του «περί μνησικακίας» για κάθε αποτυχημένον
χριστιανό, παρά τη μανιώδη άρνησή του. Είναι επακριβώς τα χαρακτηριστικά που
αποδίδει στη μνησικακία, τα ίδια χαρακτηριστικά που συναντά κανείς στις μάζες
της «καταναλωτικής κοινωνίας» της οποίας βασική εμπορία αποτελεί και η τέχνη,
ακριβώς για να την (ή, γιατί ήδη έχει) αδειάσει από τα μείζονα «φορτία της».
Πώς έγινε αυτή η «μεταφορά» των χαρακτηριστικών; Είναι ο ίδιος «λαϊκός
σαδισμός» ο οποίος όταν δεν «χτυπηθεί» από την παιδεία, παραμορφώνει το
αληθινό, ώστε να χωρέσει στα όρια του ζωώδους. Είναι αυτός που τη ρηξικέλευθη
ουσία του Χριστιανισμού, τη μετέβαλλε, τότε, σε ελέω ανθρώπου θεοκρατία και που τώρα, τις αχανείς
εκτάσεις της ομορφιάς που εξερευνά η επιστήμη (και ας το \'χει κάνει μόλις στο
4 %) αντί να τις μετατρέψει σε επίγνωση της έννοιας του Κόσμου, την καταχράται
ως άλλοθι μηδενισμού.
Είναι βεβαίως οξύμωρο να βλέπει
κανείς την απολυτότητα με την οποία επιβάλλονται οι λογιών λογιών εικασίες
ανθρωπιστικών και οικονομικών επιστημών, που εξάλλου είναι ευκολότατα
απορριπτέες και μη ορθολογικά αποδείξιμες και να επιβάλλονται γιατί, τελικά, οι
ίδιες οι μάζες, «της ευκολίας» και της ακόπιαστης τέχνης και επιστήμης, ζητούν
μέσα στον «λαϊκό σαδισμό τους», μέσα στο vulgare και το χυδαίο του χαρακτήρα τους, ένα
άλλοθι για να ενδώσουν στην ευκολία του ζωώδους και την εκ των πραγμάτων,ανευθυνότητα του
μηδενός. Οξύμωρο δε, όταν τους βάλει απέναντι σε μακροχρόνιους,
αληθινούς εργάτες του ορθού λόγου που ισχυρίζονται πως: «τα μαθηματικά αφορούν
βασικά το συγκεκριμένο ιδεώδες της Αληθειας. Ο ίδιος ο Πλάτων θα επέμενε ότι
υπάρχουν δύο ακόμη θεμελιώδη απόλυτα ιδεώδη, το Ωραίο και το Καλό. Δεν είμαι
καθόλου αντίθετος στο να υπάρχουν τέτοια ιδεώδη και ο Πλατωνικός κόσμος να
επεκταθεί έτσι ώστε να περιέχει όλα τα «απόλυτα» αυτής της φύσης»3. Να
όμως, οι λόγοι για τους οποίους-λαμβάνοντας υπόψη και τη ρήση του Ρεμπό
περί αντικαταστάσεως των δεισιδαιμονιών της θρησκείας από την επιστήμη - το
τσούρμο των τελευταίων γενεών, μέσω της αυταπάτης ότι, τελικά, κατορθώνουν έναν
βαθμό παιδείας, λιπαίνουν με τις υπάρξεις τους το γρανάζι του μηδενισμού.
Συνεχίζει ο Νίτσε: «Σε ορισμένες χώρες είναι τόσο έντονη η ανησυχία για το
ενδεχόμενο μιας καταπίεσης εκ μέρους της θρησκείας και τόσο συγκεκριμένος ο
φόβος για τις συνέπειές της, ώστε όλες οι κοινωνικές τάξεις στρέφονται με
λαχτάρα στην παιδεία (όπως την περιέγραψε παραπάνω) και ρουφούν εκείνα ακριβώς
τα στοιχεία της που έχουν τη δύναμη να διαλύουν τα θρησκευτικά ένστικτα». Εδώ,
δεν μας απασχολεί η θρησκεία. Αλλά απενοχοποιημένα -όπως αρέσκονται οι μέρες
μας- να μην φοβηθούμε να δούμε ότι πάλι, επ\' αφορμής του κινδύνου που αναφέρει
ο Νίτσε, αυτά ενάντια των οποίων στρέφεται κάθε κοινωνική τάξη είναι αυτά που
όταν χαθούν, προκαλούν τη Χελντερλιανήένδεια.
Αν εστιάσουμε έτι περαιτέρω στην
ελληνική περίπτωση, βρίσκουμε πως οι παράγοντες είναι περισσότεροι. Οι
παράγοντες που συντελούν σε αυτή την ανοχή, στην απροκάλυπτα άθλια ποίηση που
γράφεται και που, στις περιπτώσεις που είναι μέτρια ή κακή, θα ήταν αποδεχτή
αλλά ακόμη και τότε, μόνο όταν θα απουσίαζε αυτή η τάση των κρατικών όντων να την επιβάλλουν όχι μόνο ως
αποδεχτή, αλλά ως μόνη, ως sine qua non της σύγχρονης λογοτεχνίας μας και να
επιδιώκουν με κάθε μέσον την ανάδειξή της ως σημείο αναφοράς για κάθε άλλο κρατικό
ον εν εξελίξει όπως
τα αναφέραμε, οι παράγοντες αυτοί, έχουν συνήθως, ως μεγαλύτερο όπλο, στα πρώτα
στάδια της καριέρας αυτών των πλασμάτων, την εκούσια ή ακούσια, παντελή έλλειψη
αξιοπρέπειας κάθε ατόμου, του κάθε υποσυνόλου του ιδίου βέβαια στρατοπέδου: του
κακού -με όση διαμεσολάβηση, αναξιοπρέπεια, υστεροβουλία και τελικά γελοιότητα
και αυταπάτη χρειάζεται να σε διακρίνει, για να στρατευτείς και να απομυζήσεις
από αυτό- φευ, τι πλην ματαιοδοξίας;
Το στρατόπεδο αυτό, η στράτευση
αυτή, ταυτίζεται με το κέντρο του εαυτού του. Κάθε ένας που βρίσκεται σε αυτό,
μόνο ως ψευδαίσθηση φρονεί πως κινείται αριστερόθεν ή δεξιόθεν. Ο πολιτισμός,
τελών υπό την ένδεια του Χέλντερλιν, μοιάζει με ένα
χαλασμένο ρολόι που είτε προς τα αριστερά, είτε προς τα δεξιά κινήσει τους
δείκτες του με τη βία, βρίσκεται εκτός -τόπου και- χρόνου.
Εστιάζοντας λοιπόν στη ελληνική
περίπτωση, κρατάμε από τη μια την προσθήκη του Νίτσε σε όσα μεταγράψαμε
παραπάνω -«Οσο περισσότερους τέτοιους ανθρώπους με πέραση διαθέτει ένας λαός
τόσο πιο ευτυχισμένος (θα πρέπει) να είναι»4- και
από την άλλη, εκείνη την άποψη του Χάιντεγκερ: «Ο άνθρωπος ομιλεί κατ' αρχάς, και μόνον, στον βαθμό που συστοιχεί
με τη γλώσσα [...]».
Υπό του πνεύματος το οποίο
περιγράφει ο Νίτσε, καταλήγοντας στην άρτι προαναφερθείσα φράση του και
λαμβάνοντας και πάλι υπόψη την «πάστα» της πλειονότητας της αγέλης των
σημερινών «ποιητών», καταλαβαίνει καθένας γιατί συναντά σε αυτούς μια παντελή
έλλειψη προσωπικότητας. Ελλειψη που εκδηλώνεται στην αμετρία(για να θυμηθούμε
τρόπον τινά την dismisura του Ungaretti) των στίχων τους, είτε ως καρκίνωμα επί
της ελληνικότητας είτε ως καρκίνωμα επί της αδελφοσύνης των λαών.
Αφού κανείς δεν προσποιηθεί πως δεν τα αντιλαμβάνεται αυτά, το απόσπασμα του
Χάιντεγκερ μοιάζει με ένα αβίαστο μαθηματικό αποτέλεσμα για τα καθ' ημάς: «Ο
άνθρωπος ομιλεί κατ' αρχάς, και μόνον, στον βαθμό που συστοιχεί με τη
γλώσσα». Μα η γλώσσα
αυτή, από τον Ομηρο στα πρώτα πρώτα Δόξα σοι, είναι ολοκληρωτικά απαρνημένη˙
μάλιστα, με τρόπο που μάλλον πουθενά αλλού δεν θα συναντήσουμε όμοιο, σε
συμπλεγματικότητα και υστερία. Μαζί με αυτή, βεβαιότατα, είναι απαρνημένα όλα
τα άλλα στοιχεία που αποτελούν τις πρώτεςέλξεις του ανθρώπινου όντος για
συλλογικότητα: της εκάστοτε Ιστορίας. Στοιχείων οντολογικών. Ουσίας˙ δίχως τα
οποία αποκλείονται και τα υποτυπώδη στοιχεία μιας ταυτότητας πολιτισμού. Ο Χάιντεγκερ,
μιλώντας γι' αυτή την ίδια ουσία -με και δια της οποίας, λέει πως ο ποιητής μιλά
για λογαριασμό της εκάστοτε γλώσσας του-γράφει:
«Στην ποίηση συμβαίνει
κατά τρόπο ιδιάζοντα η λήψη του μέτρου. Η ποίηση είναι, με την πιο στενή έννοια
του όρου, "λήψη μέτρου", ενέργεια μέσω της οποίας -και μόνον αυτής- ο
άνθρωπος δεξιώνεται το μέτρο για όλο το μέγεθος της ουσίας του. [...] Το μέτρο συνίσταται
στον τρόπο με τον οποίον ο θεός, παραμένοντας άγνωστος, αποκαλύπτεται από τον
ουρανό ως τέτοιος [...] παράξενο μέτρο, μέτρο που, όπως φαίνεται, προξενεί
σύγχυση στους θνητούς με τις τρέχουσες παραστάσεις που έχουν για τα πράγματα,
άβολο για την κοινή γνώμη, που ευλόγως θέλει να κατανοήσει τα πάντα και η οποία
λαμβάνει τον εαυτό της ως πρότυπο μέτρο για κάθε σκέψη και κάθε διαλογισμό
[...] να βρεθεί σε συνείδηση τέτοια [...] ώστε η καρδιά να στρέφεται προς το
μέτρο [...]»5.
Απούσης της ουσίας, εκλείπει η
γλώσσα6. Εκλιπούσης της γλώσσας -στο ένα της πεδίο- η προδιάθεση για
εκφορά λόγου ή, καλύτερα, το εκφέρεσθαι της ύπαρξης παραμένει. Συγκεχυμένο
βέβαια εν τη απουσία της Ουσίας και της Ταυτότητας, μιλά δίχως «κέντρο βάρους»
και, ως θύμα, πάλι, ακόμη κι όταν φαντάζει να πρωτοστατεί σε εξεγέρσεις- μόνο
των «διευκολύνσεων» του μοντερνισμού7 μας κάνει να διερωτόμαστε μαζί με τον
Λιοτάρ: «Ποιος μεταδίδει; Τι; Σε ποιον; Με τι μέσον; Με ποια μορφή; Με ποιο
αποτέλεσμα;»8.
Οντας οι ποιητές, πρεσβευτές της
απροσωπίας και της ένδειας και συνιστώντας, μολαταύτα, τις χορδές
της κοινωνίας εκείνες που θα μπορούσαν να παράξουν επακριβώς τη μοναδική
συγχορδία -της εκάστοτε κοινωνίας- ώστε να οδηγήσουν τελικά στη σύνθεση του
μέλους της υφηλίου, ο λόγος, καταντά βόμβος και, ενώ πολλοί φαντασιοκοπούν πως
αποτελεί τον αχό μιας επανάστασης προς την αδελφοσύνη, χρησιμοποιείται9 τελικά από το ίδιο το σύστημα στο πρόγραμμά
του.
Είναι μάλλον η δειλία. Παρά τους
λεονταρισμούς της ποίησης της νίκης...
Παραπάνω, αναφέρθηκε η ουσία του θρηνείν. Οποια
κι αν είναι η πληγή, μόνο η υπαρξιακή της αντιμετώπιση γεννά ποίηση και,
αλίμονο όχι, η οποιαδήποτε ρητορική. Να, ο μείζον θρήνος της σύγχρονης ποίησης:
«Μια νύχτα, πήρα την
ομορφιά στα γόνατα μου και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα
».
Ας μην προτρέξει κανείς. Εστιάζοντας στα δύο κορυφαία (και τελευταία) έργα του,
αυτός, μπορεί να θεωρηθεί ο πρώτος στίχος του Ρεμπό˙ κι όμως, έπονται τα δύο
κορυφαία έργα του. Η ένδεια του Χέλντερλιν είχε εγκαθιδρυθεί και ο Ρεμπό που
συνεχίζει:
«...μιζέρια, μίσος, είστε
'σεις που θα διαφυλάξετε τον θησαυρό μου»
υπήρξε γέννημα αυτής της ένδειας η οποία, συνίσταται στο ότι δεν αφήνει χώρο
για την ομορφιά. Η ένδεια αυτή είναι ένα στένεμα.
Της καρδιάς.
Ο «θησαυρός» του αυτός, είναι η
Ουσία που ανέφερε ο Χάιντεγκερ˙ είναι η καρδιά που, καθόσον υπάρχει σχεδόν
καθολική, κοινωνική απόφαση για ένδειαόπως την ορίζει ο
Χέλντερλιν, δεν έχει «τόπο» ανάμεσα σε αυτό το είδος κοινωνιών - κανένας
θησαυρός. Καμία καρδιά. Αν όχι λοιπόν στην ομορφιά, που αφήνεται, από ποιον
καταλαμβάνεται και ποιος καταχράται τον «θησαυρό μας»; Η μιζέρια και το μίσος.
Το λέει ο Ρεμπό.
Το «μίσος» (haine), είναι η
αιτία της «στράτευσης» που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, και στην περίπτωση
μας καλούμαστε, δυστυχώς, να εντοπίσουμε στρατευμένους εξαιτίας αυτού, τους
ποιητές. Οχι βέβαια τους άξιους λόγου ποιητές πλην, οπωσδήποτε ταλαντούχους
ποιητές που «καίγοντας» τη χελντερλιανή ουσία της ποίησης, ας πούμε
«αγλωττίζονται» και βομβούν εκεί οπού θα έλεγαν. Πολλοί εξ αυτών, πλάσματα του
καιρού τους, αποτελούν στον χώρο αυτής της έκφανσης του πολιτισμού, στον χώρο
της λογοτεχνίας, κρατικά όντα που με κάθε τρόπο και μέσον επιζητούν
μιαθέση κεφαλής σ' ένα από τα ήδη έτοιμα -και
αποτυχημένα- στρατόπεδα του ιδίου ωστόσο βασιλείου: της ανθρωποφαγίας. Μιας
ανθρωποφαγίας, τόσο ευέλικτης και ταχύτατης στη μεταδοτικότητά της «κοινωνικά»,
που μόνο η «συναπόφασή» της, όπως κατ\' επανάληψη την αναφέραμε, από το σύνολο
σχεδόν των κοινωνιών, μπορεί να τη δικαιολογήσει.
Οι έννοιες κρατικό ον και θέση
κεφαλής, βεβαίως, αποτελούν ό,τι κατά τον Scheler θα μπορούσε να
αποκαλεστεί «συνειδησιακή υπόσταση της κεφαλαιοκρατίας» την οποία
-κεαφαλαιοκρατία- την αναλύει ως, πριν από όλα,«στάση συνείδησης»10 που δεν προσιδιάζει σε κάποια τάξη ή
σύστημα. Και η ποίηση λοιπόν -η κατ όνομα- έχει καταστεί μια ακόμη οδός την
οποία ένακρατικό ον τη χρησιμοποιεί για να ανέλθει σε μια θέση κεφαλής και να ικανοποιήσει τη δεξιόστροφη ή
αριστερόστροφη (μοιάζει να είναι κατά πολύ συχνότερη) κεφαλαιοκρατική
του συνείδηση, με το αντίστοιχο κάθε φορά ρεπερτόριο στίχων και
άρθρων.
Ποια όμως είναι η οντολογική
προσέγγιση τού γιατί τελικά γίνονται αυτές οι κινήσεις; Ο απώτερος σκοπός είναι
η απομόνωση σε μια θέση οπού το φαντασιακό -αφού πρώτα
αντικαταστήσει τη ζώσα συνείδηση εξαπατώντας την με συχνότατες αναφορές ή
σπασμωδικές εκ του ασφαλούς πράξεις κοινωνικής ευαισθησίας- οπού το φαντασιακό,
λοιπόν, θα μένει αδιατάρακτο από τη φωνή του ιδίου κοινωνικού όντος και από τις λοιπές κοινωνικές βοές από
τα εν εξελίξει κρατικά όντα, που ανέρχονται, ματαιοδοξούν, εμπλέκονται και
συγκρούονται για τον τίτλο του ζενίθ του ερέβους λησμονώντας, ο ίδιος ο άνθρωπος
τελικά, μέσω μιας προσυμφωνημένης στρατηγικής της παραίσθησης -της ηδονής και του μηδενός- τα
πρωτόπλαστα υπαρξιακά του χαρίσματα.
Οι κοινωνίες έχουν επιλέξει το
χάος. Και η ποίηση, το μέτρο. Βέβαιο είναι πως η ανθρωπότητα πορεύεται προς τη
συντριβή του «ατόμου της» και κάτω από το φως που εκ των πραγμάτων θα προκύψει,
θα χαρτογραφήσει ξανά την οντολογία της, ενώ μη ελπίζοντας -παρά μόνο
ασυνείδητα- αυτή τη διάσπαση, μιλά για άλλες˙ εκρήξεις ανακυκλώσιμες εντός
κάλαθων αποτυχίας, αντί να αποφύγει το μείζον επερχόμενο που μόνο ο Θεός
γνωρίζει πόσες ζωές και ντροπή, για μιαν ακόμη φορά, θα της κοστίσει.
Σημειώσεις
1.
Ίω.5:44)
2. [
Αφού πια ο Πατέρας απέστρεψε το πρόσωπο απ τους ανθρώπους-και
δίκαια άρχισε πάνω στη γη ο θρήνος[
] κτλ] Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Ποιήματα,
μτφ.: Δ.Θ.Γκότση, Εκδόσεις Αρμός.
3. Roger Penrose, Αναζητώντας την πραγματικότητα,
μτφ. Βασιλική Πετροπούλου - Γιώργος Δούλης, Εκδόσεις Γκοβόστη.
4. Σωτήρη Γουνελά, Η κρίση του πολιτισμού, Εκδόσεις
Αρμός - Φρήντριχ Νίτσε,Μαθήματα
για την παιδεία, Μετ.- Προλ.-Σημ.: Ν. Σκουτερόπουλος, Εκδόσεις
Ροές.
5. Martin Heidegger, «...Ποιητικά
κατοικεί ο άνθρωπος...», μτφ.: Ιωάννα Αβραμίδου, Εκδόσεις Πλέθρον.
6. Εννοείται πως αναφερόμαστε στη γλώσσα, όπως και ο
Χαιντεγκερ, υπονοώντας την σε αμφότερα τα πεδία της: πρώτον, ως στοιχειό
του ανθρώπου, ως ον Λόγου - ομιλείν. Δεύτερον, ως κοινό εννοιολογικό φορτίο, με
φορέα του τον εκάστοτε λαό.
7. Και όχι μέτοχο, όσων θετικών προσέφερε.
8. Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση,
μτφ.: Κωστής Παπαγιώργης, Εκδόσεις Γνώση.
9. idem.
10. Βλ. Michel Lallement, Ιστορία των κοινωνιολογικών ιδεών,
μτφ.: Μπάμπης Λυκούδης, Μεταίχμιο.